Η Προστασία των Σπόρων στη Διεθνή, Κοινοτική και Ελληνική Νομοθεσία

Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους. Για τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (24 Σ). Οι σπόροι καλλιεργούμενων φυτών (“πολλαπλασιαστικό υλικό”) αποτελούν ανεκτίμητο φυσικό πλούτο , αφού εξασφαλίζουν την γενετική και φυτική ποικιλότητα των γεωργικών καλλιεργειών. Έτσι, σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία τα εγχώρια αβελτίωτα καλλιεργούμενα φυτικά και εκτρεφόμενα ζωικά είδη, οι φυλές, οι ποικιλίες και οι τύποι τους, που έχουν διαμορφωθεί και σταθεροποιηθεί στο χώρο και το χρόνο χωρίς επέμβαση της γενετικής επιστήμης, οι αντίστοιχες άγριες μορφές των ειδών αυτών και οι βιότοποι αναπαραγωγής τους αποτελούν πολύτιμα στοιχεία του περιβάλλοντος και προστατεύονται από το κράτος με μέριμνα των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας (άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 1564/1985).

Ταυτόχρονα, το πολλαπλασιαστικό υλικό καλλιεργούμενων φυτών αποτελεί αγαθό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για τον πρωτογενή γεωργικό τομέα της οικονομίας και για τον λόγο αυτό γίνεται αντικείμενο εκτεταμένης εμπορίας. Έτσι, με σκοπό αφενός την προστασία της δημόσιας υγείας και αφετέρου την δημιουργία οικονομικών κινήτρων για την ανάπτυξη νέων ποικιλιών έχει διαμορφωθεί μία εκτενής διεθνής, Κοινοτική και Ελληνική νομοθεσία, που ρυθμίζει διεξοδικά την κατοχύρωση, παραγωγή και εμπορία βελτιωμένων ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτών. Το δε Κοινοτικό πλαίσιο, που αποτελείται από δώδεκα (12) επιμέρους Οδηγίες, πρόκειται να αναθεωρηθεί και να αντικατασταθεί από έναν ενιαίο Κοινοτικό Κανονισμό, ο οποίος και θα είναι άμεσα εφαρμοστέος στα κράτη – μέλη.

Η Ελληνική γεωργία μπαίνει σε τροχιά επαναδραστηριοποίησης λόγω κρίσης. Η νομοθεσία περί σπόρων αφορά έντονα τους νέους αγρότες και επιχειρηματίες του κλάδου. Ακολουθεί μία σύνοψη αυτής, που επιχειρεί να συμβάλλει στην πληροφόρησή των κοινωνικών αυτών ομάδων αλλά και, γενικότερα, του κοινού.

Ορισμοί
Ως ποικιλία ορίζεται στον νόμο κάθε ομάδα φυτών εντός μιας βοτανικής ταξινομικής μονάδας της κατώτερης γνωστής κατηγορίας που μπορεί αθροιστικά (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1564/1985) :

  • Να οριστεί από την εκδήλωση των χαρακτηριστικών που προκύπτουν από ένα συγκεκριμένο γονότυπο ή συνδυασμό γονοτύπων.
  • Να τη διακρίνει από κάθε άλλη ομάδα φυτών η εκδήλωση ενός τουλάχιστον από τα εν λόγω χαρακτηριστικά.
  • Να θεωρείται ως μονάδα σε σχέση με την καταλληλότητά της να αναπαράγεται χωρίς μεταβολές.

Η ομάδα φυτών αποτελείται από ολόκληρα φυτά ή από μέρη φυτών, εφόσον τα μέρη αυτά είναι ικανά να παραγάγουν ολόκληρα φυτά.

Ντόπια αβελτίωτη ποικιλία είναι ένα σύνολο πληθυσμών η κλώνων ενός φυτικού είδους οι οποίοι προσαρμόζονται φυσικά στις περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής τους (άρθρο 3 γ ΥΑ 134599/2011).

Πολλαπλασιαστικό υλικό φυτικών ειδών είναι οι σπόροι, οι κόνδυλοι και οι βολβοί, τα ριζώματα, τα σποροφυτάρια, τα υποκείμενα και τα εμβόλια, καθώς και κάθε τμήμα φυτού που προορίζεται για την αναπαραγωγή του (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 1564/1985).

Μείγμα πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών ή μείγμα είναι το πολλαπλασιαστικό υλικό που αποτελείται από πρόσμιξη σπόρων, κονδύλων, βολβών ή ριζωμάτων από δύο ή περισσότερα είδη ή ποικιλίες, εφόσον το συνολικό βάρος των άλλων ποικιλιών, εκτός εκείνης που εφαρμόζεται σε μεγαλύτερη αναλογία, υπερβαίνει το ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) του συνολικού βάρους όλων των ποικιλιών (άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 1564/1985).

Δημιουργός ποικιλίας φυτικού είδους είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ανακαλύπτει ή δημιουργεί μια, οποιαδήποτε φυσικής ή τεχνικής προέλευσης ποικιλία φυτικού είδους, η οποία είναι νέα, πρωτότυπη, ομοιογενής και σταθερή (άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 1564/1985).

Διατηρητής ποικιλίας φυτικού είδους είναι δημόσια υπηρεσία, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που διατηρεί κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου Γεωργίας, την ποικιλία με τα χαρακτηριστικά, με τα οποία έχει γραφεί στον εθνικό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργουμένων φυτικών ειδών και παράγει υλικό καλλιτερευτού. Διατηρητής ποικιλίας μπορεί να είναι ο δημιουργός της ή ο αντιπρόσωπός του (άρθρο 10 Ν. 1564/1985).

Το Διεθνές Δίκαιο των Φυτικών Ποικιλιών
Στις 02.12.1961 τέθηκε σε ισχύ η Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών των Φυτών (International Convention for the Protection of New Varieties of Plant).

Με τη διακρατική αυτή σύμβαση εγκαθιδρύθηκε ένα διεθνές σύστημα προστασίας εθνικών ποικιλιών φυτών και αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας σε διεθνές επίπεδο υπέρ των δημιουργών ποικιλιών. Επιπλέον, με την ίδια συνθήκη ιδρύθηκε ένας νέος διεθνής οργανισμός, η Διεθνής Ένωση για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών των Φυτών (International Union for the Protection of New Varieties of Plant – UPOV), με έδρα την Γενεύη της Ελβετίας, αντικείμενο την προστασία των ποικιλιών φυτών και σκοπό την ανάπτυξη νέων ποικιλιών για το κοινό καλό.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση ως δημιουργός φυτικής ποικιλίας ορίζεται το πρόσωπο, που δημιουργεί, ανακαλύπτει ή αναπτύσσει μία ποικιλία (άρθρο 1 παρ. iv της Σύμβασης). Ο δημιουργός μίας φυτικής ποικιλίας δύναται, κατόπιν αίτησης στον διεθνή οργανισμό UPOV, να αποκτά σε όλα τα κράτη – μέλη της Συνθήκης τα αποκλειστικά δικαιώματα της παραγωγής / αναπαραγωγής, επεξεργασίας, προσφοράς / πώλησης, εισαγωγής / εξαγωγής και αποθήκευσης αυτής (άρθρο 14 της Σύμβασης). Για να γίνει αντικείμενο κατοχύρωσης, η φυτική ποικιλία πρέπει αφενός να είναι διακριτή, ομοιογενής, σταθερή και νέα και αφετέρου να κατατίθεται προς κατοχύρωση με ονομασία που δεν προσκρούει σε ήδη κατοχυρωμένες ονομασίες φυτικών ποικιλιών και δεν προκαλεί σύγχυση ως προς τα χαρακτηριστικά, την αξία ή την ταυτότητα της ποικιλίας ή του δημιουργού (άρθρα 5 – 9 και 20 της Σύμβασης). Η διάρκεια των δικαιωμάτων εκτείνεται κατ’ ελάχιστο σε 20 έτη, πλην των δικαιωμάτων σε ποικιλίες αμπέλου και δένδρων που εκτείνεται κατ’ ελάχιστο σε 25 έτη (άρθρο 19 της Σύμβασης).

Τα αποκλειστικά διεθνή δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών εξαντλούνται με την πρώτη πράξη διάθεσης εντός οποιουδήποτε κράτους – μέλους και, επομένως, η μεταπώλησή του εκάστοτε προϊόντος/σπόρου δεν δύναται να περιορίζεται από τον κάτοχο των δικαιωμάτων επί αυτού (άρθρο 16 της Σύμβασης). Επιπλέον και κατ’ εξαίρεση με τον απόλυτο χαρακτήρα της προστασίας, τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών δεν εκτείνονται σε χρήσεις αυτών (άρθρα 15 και 17 της Σύμβασης) :

  • για μη εμπορικούς σκοπούς,
  • για πειραματικούς σκοπούς,
  • για σκοπούς δημιουργίας, ανακάλυψης και ανάπτυξης άλλων ποικιλιών
  • από αγρότες για τη χρήση πολλαπλασιαστικού υλικού που προήλθε από εσοδεία προστατευόμενης ποικιλίας στις γαίες τους,
  • που περιορίζονται από το κράτος – μέλος για λόγους δημοσίου συμφέροντος, εφόσον καταβάλλεται στον δημιουργό εύλογη αποζημίωση.

Η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει την Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών των Φυτών, συμμετέχει όμως ως παρατηρητής στις εργασίες του διεθνούς οργανισμού. Εντούτοις, η διεθνής αυτή σύμβαση δεσμεύει εμμέσως και τη χώρα μας, αφού έχει υπογραφεί στις 29.07.2005 από την Ευρωπαϊκή Ένωση και, επομένως, έχει ενσωματωθεί στο Κοινοτικό δίκαιο.

Κοινοτικό Δίκαιο
Με τον Κανονισμό 2100/94 της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ο “Κανονισμός”) εγκαθιδρύθηκε ένα σύστημα κατοχύρωσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας πάνω σε ποικιλίες φυτών με ισχύ σε όλα τα κράτη – μέλη, το οποίο είναι εφάμιλλο αυτού της UPOV, ενώ ιδρύθηκε και το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (Community Plant Variety Office – CPVO) για την εποπτεία του συστήματος αυτού. Διευκρινίζεται ότι οι Κοινοτικοί Κανονισμοί έχουν άμεση εφαρμογή στο δίκαιο των κρατών – μελών και δη στο Ελληνικό χωρίς καμία περαιτέρω νομοθετική ή διοικητική έγκριση, προσθήκη ή διατύπωση.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ο “δημιουργός” μίας φυτικής ποικιλίας δύναται, κατόπιν αίτησης στο CPVO, να αποκτά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τα αποκλειστικά δικαιώματα της παραγωγής/αναπαραγωγής, επεξεργασίας, προσφοράς/πώλησης, εισαγωγής/εξαγωγής και αποθήκευσης αυτής καθώς και της αφαίρεσης των προϊόντων, που προέρχονται από τους σπόρους αυτής, αν καλλιεργήθηκαν χωρίς την άδειά του (άρθρο 13 του Κανονισμού). Για να γίνει αντικείμενο κατοχύρωσης, η φυτική ποικιλία πρέπει αφενός να είναι διακριτή, ομοιογενής, σταθερή και νέα και αφετέρου να κατατίθεται προς κατοχύρωση με ονομασία που δεν προσκρούει σε δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τρίτων μερών (άρθρα 6 και 63 του Κανονισμού). Αν ο “δημιουργός” είναι μισθωτός, το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας αποκτάται σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, που ισχύει για τη σχέση εργασίας στα πλαίσια της οποίας δημιουργήθηκε ή ανακαλύφθηκε και αναπτύχθηκε η ποικιλία (άρθρο 11 παρ. 4 του Κανονισμού). Στο Ελληνικό δίκαιο θα πρέπει να κριθεί ότι και σε σχέση με τη δημιουργία φυτικών ποικιλιών εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 6 του Ν. 1733/1987, που προβλέπει ότι εφεύρεση που πραγματοποιείται από εργαζόμενο ανήκει σε αυτόν (ελεύθερη εφεύρεση), εκτός αν πρόκειται είτε για υπηρεσιακή εφεύρεση, οπότε ανήκει εξ ολοκλήρου, στον εργοδότη, είτε για εξαρτημένη εφεύρεση, οπότε ανήκει κατά 40% στον εργοδότη και κατά 60% στον εργαζόμενο. Η διάρκεια των δικαιωμάτων εκτείνεται σε 25 έτη, πλην των δικαιωμάτων σε ποικιλίες αμπέλου και δένδρων που εκτείνεται σε 30 έτη (άρθρο 19 του Κανονισμού).

Τα αποκλειστικά κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών εξαντλούνται με την πρώτη πράξη διάθεσης εντός της Κοινότητας και, επομένως, η ενδοκοινοτική μεταπώλησή του εκάστοτε προϊόντος/σπόρου δεν δύναται να περιορίζεται από τον κάτοχο των δικαιωμάτων επί αυτού (άρθρο 16 του Κανονισμού). Επιπλέον και κατ’ εξαίρεση με τον απόλυτο χαρακτήρα της προστασίας, τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών δεν εκτείνονται σε χρήσεις αυτών (άρθρο 15 του Κανονισμού) :

  • για μη εμπορικούς σκοπούς,
  • για πειραματικούς σκοπούς,
  • για σκοπούς δημιουργίας, ανακάλυψης και ανάπτυξης άλλων ποικιλιών
  • σε σχέση με άλλες προστατευόμενες ποικιλίες,
  • η απαγόρευση των οποίων παραβιάζει τη δημόσια ηθική, τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία της βιομηχανικής ή εμπορικής ιδιοκτησίας ή την προάσπιση του ανταγωνισμού, του εμπορίου ή της γεωργικής παραγωγής.

Το Κοινοτικό σύστημα προστασίας δικαιωμάτων σε ποικιλίες φυτών συμπληρώνεται από τον Κανονισμό 1383/2003 για τα τελωνειακά μέτρα, τον εκτελεστικό αυτού Κανονισμό 1891/2004 και την Οδηγία 2004/48/ΕΚ για τη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

Η Ελληνική Νομοθεσία για τους Σπόρους και το Πολλαπλασιαστικό Υλικό
Ο βασικός εγχώριος νόμος για τους σπόρους είναι ο Νόμος 1564/1985 “Οργάνωση παραγωγής και εμπορίας του πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών” (ΦΕΚ 164/Α/26-09-1985). Ο νόμος αυτός συμπληρώνεται από υπουργικές αποφάσεις, οι πιο σημαντικές από τις οποίες είναι η ΥΑ 320698/24-07/21-08-1987 “Απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας φυτωριακής επιχείρησης και υποχρεώσεις των δικαιούχων” (ΦΕΚ 446/Β/1987) και η ΥΑ 303206/1997 (ΦΕΚ 461/Β/06-06-1997) “Προϋποθέσεις χορήγησης αδειών επιχείρησης εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού”.

Sui Generis Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας σε Σπόρους
Με τον Ν. 1564/1985 εγκαθιδρύθηκε το εγχώριο σύστημα κατοχύρωσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας πάνω σε ποικιλίες φυτών. Με βάση το σύστημα αυτό ο δημιουργός μίας φυτικής ποικιλίας δύναται, κατόπιν αίτησης στο Υπουργείο Γεωργίας, να αποκτά αποκλειστικά δικαιώματα επί αυτής εντός της Ελληνικής επικράτειας. Ο δημιουργός έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να (άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 1564/1985) :

  1. Να παράγει το πολλαπλασιαστικό υλικό της ποικιλίας του και να το διαθέτει.
  2. Να εκμεταλλεύεται ή να μεταβιβάζει τα δικαιώματά του για την παραγωγή και εμπορία.

Ο δημιουργός (ή τυχόν διάδοχός του) αποκτά το παραπάνω δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, εφόσον αποκτήσει σχετικό πιστοποιητικό φυτικής δημιουργίας, το οποίο εκδίδεται από τον Υπουργό Γεωργίας κατόπιν αίτησης (άρθρο 8 παρ. 3 και 4 Ν. 1564/1985). Η διάρκεια του δικαιώματος είναι δεκαοκτώ (18) ετών προκειμένου για αμπέλια καθώς και για οπωροφόρα και διακοσμητικά δένδρα και μέχρι και δεκαπέντε (15) ετών προκειμένου για όλα τα άλλα γένη και είδη φυτών, από την ημερομηνία χορήγησης του πιστοποιητικού φυτικής δημιουργίας (άρθρο 8 παρ. 7 Ν. 1564/1985).

Περαιτέρω, το εγχώριο σύστημα κατοχύρωσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε ποικιλίες φυτών διέπεται από την αρχή της δημοσιότητας. Έτσι, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να πληροφορείται για τα ήδη κατοχυρωμένη γένη και είδη φυτών καθώς και τους αντίστοιχους δημιουργούς από τον σχετικό ειδικό πίνακα και μητρώο δικαιωμάτων, που τηρούνται στο Υπουργείο Γεωργίας. Το μητρώο δικαιωμάτων δημιουργού αποτελεί μέσο δημοσιότητας για κάθε τρίτο, ο οποίος τεκμαίρεται ότι γνωρίζει όλα τα στοιχεία του (άρθρο 8 παρ. 6 Ν. 1564/1985).

Για την θέση σε ισχύ του συστήματος προβλέπεται η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, που θα εξειδικεύουν ειδικότερα θέματα της λειτουργίας του (άρθρα 29 και 30 Ν. 1564/1985). Μέχρι όμως σήμερα, 25 δηλαδή έτη μετά την ψήφιση του νόμου, τα προεδρικά αυτά διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί, με αποτέλεσμα ο εν λόγω νόμος να έχει υποπέσει σε ανενέργεια.

Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας (Πατέντες) σε Σπόρους
Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε ποικιλίες φυτών ή βιολογικές μεθόδους παραγωγής τους χορηγείται, αν η δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής της εφεύρεσης δεν περιορίζεται σε ορισμένη φυτική ποικιλία ή φυλή ζώου. Επίσης, χορηγείται σε μικροβιολογικές μεθόδους και προϊόντα που παράγονται με αυτές τις μεθόδους (άρθρο 5 παρ. 8β Ν. 1733/1987, άρθρο 3 παρ. 3 ΠΔ 321/2001).

Εγγραφή στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών Φυτικών Ειδών
Η παραγωγή και εμπορία ποικιλίας φυτικών ειδών εντός της Ελληνικής επικράτειας επιτρέπεται μόνο εφόσον η προς παραγωγή/εμπορία ποικιλία έχει εγγραφεί στον Ελληνικό εθνικό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών ή στους κοινούς καταλόγους ποικιλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή στον εθνικό κατάλογο τρίτου κράτους (άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1564/1985).

Ο “εθνικός κατάλογος ποικιλιών καλλιεργουμένων φυτικών ειδών” τηρείται από το Ινστιτούτο Ελέγχου Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτών, ελεγκτική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία καταχωρούνται το όνομα των ποικιλιών κάθε φυτικού είδους που γίνονται δεκτές για πιστοποίηση και εμπορία, το έτος εγγραφής τους στον κατάλογο αυτόν, το όνομα του δημιουργού και του διατηρητή τους (άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 1564/1985). Η εγγραφή ποικιλίας στον κατάλογο γίνεται, κατόπιν αίτησης στο Ινστιτούτο, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύει η κατάθεση επισήμου δείγματος αναφοράς Επίσημο δείγμα αναφοράς της προς εγγραφή ποικιλίας για τη διενέργεια των προβλεπομένων δοκιμών πριν την εγγραφή (άρθρο 1 ΥΑ 217265/2004, ΦΕΚ 203/Β/04-02-2004). Το δείγμα αυτό χορηγείται από τον αιτούντα την εγγραφή της ποικιλίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την εγγραφή. Κατά της απορριπτικής της αίτησης απόφασης χωρεί ενώπιον του Υπουργού Γεωργίας προσφυγή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης που προσβάλλεται (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 1564/1985).

Ο διατηρητής της εγγεγραμμένης ποικιλίας πρέπει να διαθέτει εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό ή να συνεργάζεται με Ερευνητικά Ιδρύματα ή Πανεπιστήμια και να εξασφαλίζει τις απαραίτητες εκτάσεις και εγκαταστάσεις για τον αμιγή αναπολλαπλασιασμό των ποικιλιών και την διατήρηση ασφαλιστικών αποθεμάτων. Οι ειδικότερες υποχρεώσεις των διατηρητών αναφέρονται στην Υπουργική Απόφαση 217265/2004 (ΦΕΚ 203/Β/04-02-2004).

Η εγγραφή ποικιλίας στον Εθνικό Κατάλογο έχει δεκαετή ισχύ για τα φυτά μεγάλης καλλιέργειας, τα κηπευτικά και την πατάτα, και τριακονταετή ισχύ για δενδρώδη και αμπέλια. Ο κάτοχος του δικαιώματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανανέωση παραμονής της ποικιλίας το αργότερο δύο χρόνια πριν τη λήξη της ισχύος της εγγραφής της ποικιλίας .

Το Νομικό Πλαίσιο για τις Ντόπιες Αβελτίωτες Ποικιλίες
Η διατήρηση, παραγωγή και εμπορία των ντόπιων αβελτίωτων ποικιλιών της χώρας ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Υπουργική Απόφαση 134599/2011 (ΦΕΚ 194/Β/11-02-2011), με την οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2009/145/ΕΚ.

Η εν λόγω Υπουργική Απόφαση εισάγει ένα καθεστώς για τις ντόπιες αβελτίωτες ποικιλίες, το οποίο τελεί σε παρέκκλιση σε σχέση με αυτό των βελτιωμένων ποικιλιών και έχει ως σκοπό την διευκόλυνση της διατήρησης τέτοιων ποικιλιών για την προστασία από τη γενετική διάβρωση (άρθρο 1 της ΥΑ). Συγκεκριμένα, μία ντόπια αβελτίωτη ποικιλία, που παρουσιάζει ενδιαφέρον για την διατήρηση των φυτογενετικών πόρων, δύναται να εγγράφεται στον εθνικό κατάλογο χωρίς επίσημη εξέταση με αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου, που θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία (άρθρα 5 και 6 ΥΑ):

  • περιγραφή της ποικιλίας προς διατήρηση και ονομασία της.
  • αποτελέσματα ανεπίσημων εξετάσεων.
  • γνώση που αποκτήθηκε από την πρακτική εμπειρία κατά την διάρκεια καλλιέργειας, αναπαραγωγής και χρήσης.
  • λοιπές πληροφορίες για την “περιοχή καταγωγής”.

Όταν γίνεται αποδεκτή μία ντόπια αβελτίωτη ποικιλία για διατήρηση, προσδιορίζεται ο τόπος ή οι τόποι, η περιοχή ή οι περιοχές όπου η ποικιλία καλλιεργούνταν ιστορικά και στην οποία είναι φυσικά προσαρμοσμένη, εφεξής αναφερομένη σαν “περιοχή καταγωγής”. Όταν η περιοχή καταγωγής επιπρόσθετα προς την χώρα βρίσκεται και σε άλλο ή σε άλλα Κράτη Μέλη, αυτή προσδιορίζεται από όλα τα Κράτη Μέλη με κοινή συμφωνία. Ο προσδιορισμός της περιοχής κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (άρθρο 9 ΥΑ).

Η εγγραφή μίας ντόπιας αβελτίωτης ποικιλίας ως διατηρητέας δίνει το δικαίωμα σε κάθε ενδιαφερόμενο για την παραγωγή και εμπορία της υπό λιγότερο επαχθείς όρους και προϋποθέσεις σε σχέση με τις βελτιωμένες ποικιλίες. Εντούτοις, η παραγωγή σπόρων τέτοιων ποικιλιών υπόκειται σε ποσοτικούς περιορισμούς (άρθρο 16 ΥΑ). Περαιτέρω, η εμπορία τους είναι επιτρεπτή μόνον εάν τηρούνται οι παρακάτω όροι (άρθρο 15 παρ. 1 ΥΑ) :

α) οι σπόροι έχουν παραχθεί στην περιοχή καταγωγής τους
β) η εμπορία πραγματοποιείται στην περιοχή της καταγωγής τους.

Αντίστοιχες προϋποθέσεις θέτει η ΥΑ για την εγγραφή, διατήρηση, παραγωγή και εμπορία ντόπιων αβελτίωτων ποικιλιών, που δεν έχουν πραγματική αξία για εμπορική φυτική παραγωγή αλλά έχουν αναπτυχθεί για καλλιέργεια κάτω από ιδιαίτερες γεωργοτεχνικές, κλιματικές ή εδαφολογικές συνθήκες. (άρθρα 22 επ. ΥΑ).

Αδειοδοτικό Καθεστώς για την Παραγωγή Σπόρων
Η επιχείρηση παραγωγής για εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού από φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιτρέπεται μόνο εφόσον το τελευταίο (άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1564/1985) :

α) Έχει άδεια λειτουργίας σποροπαραγωγικής ή φυτωριακής επιχείρησης.
β) Έχει υποβάλει δήλωση για τον έλεγχο και την πιστοποίηση του υπό αναπαραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού.

Την άδεια λειτουργίας της σποροπαραγωγικής επιχείρησης χορηγεί ο Υπουργός Γεωργίας και της φυτωριακής ο περιφερειακός διευθυντής, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η επιχείρηση. Η άδεια λειτουργίας σποροπαραγωγικής ή φυτωριακής επιχείρησης ισχύει για πέντε (5) χρόνια και μετά τη λήψη της μπορεί να ανανεώνεται ανά πενταετία (άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1564/1985). Στο Υπουργείο Γεωργίας τηρείται ειδικό μητρώο των σχετικώς αδειοδοτημένων επιχειρήσεων.

Καθορίζονται τρεις επιμέρους τύποι άδειας φυτωριακής επιχείρησης (άρθρα 1 και 2 ΥΑ 320698/1987) :

Τύπου Α : Γενική, πλην πολλαπλασιαστικού υλικού : α) κηπευτικών β) καλλωπιστικών φυτών και ανθέων. Αφορά την παραγωγή προς εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού θαμνωδών και δενδρωδών καλλιεργειών.
Τύπου Β : Αφορά την παραγωγή προς εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών, ανθέων και κηπευτικών.
Τύπου Γ : Εργαστηρίου ιστοκαλλιέργειας για παραγωγή προς εμπορία φυτικών ειδών.

Στους δικαιούχους των παραπάνω ειδών αδειών μπορεί να χορηγούνται περισσότερες από ενός τύπου άδειες.

Για τη χορήγηση όλων των τύπων άδειας απαιτείται αίτηση των ενδιαφερομένων προς την οικεία Δ/νση Γεωργίας. Στην αίτηση που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος αναφέρεται εκτός των άλλων (θέση – τυχόν εγκαταστάσεις μηχανολογικός εξοπλισμός κ.λ.π.), και ο υπεύθυνος του φυτωρίου. Η άδεια χορηγείται μόλις ολοκληρωθούν οι απαραίτητες αναλύσεις του χώματος και του νερού της έκτασης, στην οποία θα εγκατασταθεί η φυτωριακή επιχείρηση (Εξέταση νηματωδών – αλάτων κλπ.) Η δειγματοληψία και οι αναλύσεις του νερού και του χώματος είναι επίσημες και γίνονται με την επίβλεψη της οικείας Δ/νσης Γεωργίας (άρθρο 4 ΥΑ 320698/1987).

Άδεια δεν απαιτείται για τα ιδρύματα έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας ή άλλα ερευνητικά ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία ή τον έλεγχο του Δημοσίου. Άδεια λειτουργίας φυτωριακής επιχείρησης δεν απαιτείται για τις επιχειρήσεις που παράγουν πολλαπλασιαστικό υλικό των ανθοκομικών ειδών, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, εφόσον το υλικό αυτό δεν διατίθενται σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις ή παραγωγούς.

Επιπλέον, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Ν. 1564/1985 η εισαγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού που αναφέρεται στο άρθρο 3 αυτού, χωρίς να απαιτείται άδεια επιχείρησης εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού από :

α) Ιδρύματα έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας ή άλλα ερευνητικά ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία του Δημοσίου, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με την προϋπόθεση ότι το υλικό αυτό θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για ίδια χρήση.
β) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με την προϋπόθεση ότι το υλικό αυτό θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για πειραματισμό, εκθέσεις η για ανάπλαση του περιβάλλοντος.

Αδειοδοτικό Καθεστώς για την Εμπορία Σπόρων
Η εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού από φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιτρέπεται μόνο κατόπιν σχετικής άδειας. Η άδεια χορηγείται από τον Υπουργό Γεωργία ή κατ’ εξουσιοδότηση αυτού από τον περιφερειακό διευθυντή, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η επιχείρηση. Η άδεια λειτουργίας σποροπαραγωγικής ή φυτωριακής επιχείρησης ισχύει για πέντε (5) χρόνια και μετά τη λήψη της μπορεί να ανανεώνεται ανά πενταετία (άρθρο 15 παρ. 1 Ν. 1564/1985). Στο Υπουργείο Γεωργίας τηρείται ειδικό μητρώο των σχετικώς αδειοδοτημένων επιχειρήσεων (άρθρο 7 ΥΑ 303206/1997).

Καθορίζονται τέσσερις επιμέρους τύποι άδειας φυτωριακής επιχείρησης (άρθρο 1 ΥΑ 303206/1997) :

  • Τύπου Α (Εισαγωγές – εξαγωγές, χονδρική – λιανική πώληση, τυποποίηση).
  • Τύπου Β (μεταπώληση – λιανική πώληση).
  • Τύπου Γ (τυποποίηση, μεταπώληση – λιανική πώληση).
  • Τύπου Δ (σποροπαραγωγικές και φυτωριακές επιχειρήσεις).
  • Τύπου Δ : Αφορά την σποροπαραγωγικές και φυτωριακές επιχειρήσεις )
  • Άδεια Λειτουργίας Φυτωριακής Επιχείρησης Μητρικής Φυτείας Αμπέλου (άρθρο 2 της αριθμ. 361895/2-10-87 ΚΥΑ ‘’Τεχνικός Κανονισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης των υλικών αγενούς πολλαπλασιασμού της αμπέλου”, ΦΕΚ 566/Β’/87).

Οι επιχειρήσεις που κατέχουν άδεια εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού υποχρεούνται να τηρούν τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από τους τεχνικούς κανονισμούς εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού (άρθρο 16 Ν. 1564/1985). Για τον έλεγχο του εισαγόμενου ή παραγόμενου πολλαπλασιαστικού υλικού επιβάλλεται ανταποδοτικό τέλος κατά μονάδα βάρους σπόρων και φυτώριο ή σε ποσοστό επί της αξίας τους (άρθρο 24 Ν. 1564/1985).

Κατ’ εξαίρεση, η λιανική πώληση πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, (πλην υβριδίων) και καλλωπιστικών ειδών των κατωτέρω περιπτώσεων είναι ελεύθερη (άρθρο 7 ΥΑ 303206/1997) :

α) Σπόρων σποράς κατηγορίας SΤΑΝDΑRD, συσκευασίας μικροσπέρμων ειδών (τομάτα, πιπεριά κλπ.) μέχρι 3 γρ. κοι χονδροσπέρμων ειδών (πατζάρι, ρεπάνι κλπ.) μέχρι 10 γρ.
β) Βολβών, ριζωμότων και κονδύλων συσκευασίας μέχρι 5 kg.
γ) Σποροφυταρίων, μοσχευμάτων αρρίζων ή ερρίζων εμβολιασμένων ή μη, συσκευασίας σε δεμάτια μέχρι 10 τεμαχίων.
δ) Μικρών φυτών σε ατομικά δοχεία (γλάστρες κλπ.).

Έλεγχος & Πιστοποίηση Πολλαπλασιαστικού Υλικού
Η εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών στην Ελλάδα, τόσο του εγχωρίως παραγόμενου όσο και του εισαγόμενου από την αλλοδαπή (ΕΕ και τρίτες χώρες), δεν είναι ελεύθερη αλλά υπόκειται σε ελέγχους για την πιστοποίηση των διαφόρων ειδών. Οι σχετικές προϋποθέσεις και προδιαγραφές για τους ελέγχους αυτούς καθορίζονται σε σχετικούς κανονισμούς που καταρτίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας. Στους κανονισμούς αυτούς καθορίζονται (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1564/1985):

  • Οι διαδικασίες ελέγχου για την πιστοποίηση των διαφόρων ειδών.
  • Οι διαδικασίες μετελέγχου και διοικητικής επίλυσης των διαφορών.
  • Οι ποιοτικές προδιαγραφές των διαφόρων κατηγοριών και ειδών.
  • Ο τύπος και η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού ελέγχου και πιστοποίησης.
  • Οι επιτρεπόμενες συσκευασίες κατά είδος.
  • Οι σφραγίσεις των μέσων συσκευασίας.
  • Οι επίσημες ετικέττες και οι ετικέττες του παραγωγού της οικείας επιχείρησης.
  • Οι επίσημες δειγματοληψίες.
  • Οι διαδικασίες μίξης σπορομερίδων.
  • Τα τηρούμενα από τις σποροπαραγωγικές και φυτωριακές επιχειρήσεις βιβλία παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού.
  • Οι αριθμοί των σπορομερίδων ή αριθμοί μερίδων πολλαπλασιαστικού υλικού.
  • Οι ελάχιστες εκτάσεις των αγροτεμαχίων στα οποία ενεργείται η παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, αυτοτελείς ή μη, συνεχόμενες ή μη.
  • Οι απομονώσεις των καλλιεργειών πολλαπλασιαστικού υλικού ανάλογα με τα είδη και τις κατηγορίες.
  • Κάθε άλλη λεπτομέρεια.

Ο έλεγχος και η πιστοποίηση του πολλαπλασιαστικού υλικού διενεργείται όχι μόνο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας αλλά και από εποπτευόμενους από το Δημόσιο φορείς γεωργικού ενδιαφέροντος καθώς και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στα οποία έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες ελέγχου και της πιστοποίησης με υπουργική απόφαση(άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1564/1985).

Κυρώσεις
Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4, 8, 12, 14, 15, 16, 18 και 19 του Ν. 1564/1985 αποτελεί αξιόποινη πράξη, σε βαθμό όμως πταίσματος, που τιμωρείται με τις χρηματικές ποινές (τουλάχιστον 59 €) του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 25 Ν. 1564/1985). Το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο δύναται, πέραν των ανωτέρω ποινών, να διατάσσει και τη δήμευση του πολλαπλασιαστικού υλικού που προέκυψε από την παραγωγή ή/και εμπορία χωρίς άδεια.

Επιπρόσθετα, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δύναται να επιβάλλονται στους τελεσίδικα καταδικαζόμενους και οι παρακάτω διοικητικές κυρώσεις :

α) Για την, κατά παράβαση του νόμου αυτού, παραγωγή, πώληση ή κυκλοφορία πολλαπλασιαστικού υλικού και για παράβαση των διατάξεων ελέγχου και πιστοποίησής του, πρόστιμο δραχμών τριάντα χιλιάδων (30.000) μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000).
β) Για παραβάσεις των αποφάσεων της παρ. 1 του άρθρου 12, πρόστιμο δραχμών δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000).

Νομική Συμβουλή : Σε περίπτωση που προχωρήσετε σε βελτίωση φυτικής ποικιλίας, η κατοχύρωση σχετικών δικαιωμάτων σε Κοινοτικό επίπεδο είναι απαραίτητο βήμα για την κατ’ αποκλειστικότητα ή κατόπιν άδειάς σας παραγωγή και εμπορία του σπόρου.

Γενικές Πληροφορίες
Διεθνής Ένωση για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών των Φυτών.
Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών.
Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για τις Φυτικές Ποικιλίες Καλλιεργούμενων Φυτών.
Ελληνική Νομοθεσία για τις Φυτικές Ποικιλίες Καλλιεργούμενων Φυτών.
Ινστιτούτο Ελέγχου Ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτών.
Μητρώο Επιχειρήσεων Παραγωγής & Εμπορίας Πολλαπλασιαστικού Υλικού και Εμπορίας Λιπασμάτων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *