Υπερσύνδεσμοι [Hyperlinks] & Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Οι υπερσύνδεσμοι είναι γραμμές κώδικα λογισμικού, που εμπεριέχουν συγκεκριμένες εντολές προς τον φυλλομετρητή του διαδικτυακού χρήστη για τη μετάβαση μεταξύ ιστοσελίδων. Η δυνατότητα δημιουργίας υπερσυνδέσμων και, γενικότερα, η διευκόλυνση της ελεύθερης διασύνδεσης μεταξύ αρχείων συνιστούν την κεντρική ιδέα πίσω από την επινόηση του παγκόσμιου ιστού από τον Tim Berners Lee.

Σήμερα το διαδίκτυο έχει αναδειχθεί ως το πιο εξελιγμένο μέσο ανθρώπινης επικοινωνίας, συσσωρεύοντας στους διακομιστές του εν πολλοίς το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης και μνήμης. Η λειτουργία των υπερσυνδέσμων αποτελεί τη βάση, πάνω στην οποία οικοδομείται ο παγκόσμιος ιστός, η υπερκείμενη του διαδικτύου τεχνολογία, που κοινωνικοποίησε και παγκοσμιοποίησε τη χρήση του, αναδεικνύοντας τις σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες επικοινωνίας, πληροφόρησης, επιμόρφωσης, ψυχαγωγίας, επιχειρηματικότητας, δημιουργικότητας και διάδρασης, που αυτό απελευθερώνει. Συνεπώς, οι υπερσύνδεσμοι αποτελούν κεντρικής σημασίας τεχνολογία για την πρόοδο της κοινωνίας της πληροφορίας και την διεύρυνση των κοινωνικά ωφέλιμων προεκτάσεών της. Όπως έχει κρίνει το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά “(ο)ι υπερσύνδεσμοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας [του διαδικτύου]” (βλ. Crookes v Newton, [2011] SCC 47, [2011] SCR 269 per Abella J, at [34]).

Για τους λόγους αυτούς η ελευθερία δημιουργίας και χρήσης υπερσυνδέσμων όχι μόνο αναγνωρίζεται αλλά και προστατεύεται από το δίκαιο ως έκφανση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας πληροφόρησης και της πρόσβασης στην κοινωνία της πληροφορίας. Με τα λόγια του Tim Berners Lee “η αναφορά σε ένα έγγραφο (ή ένα πρόσωπο ή οποιοδήποτε άλλο πράγμα) είναι σε γενικές γραμμές θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης στον ίδιο βαθμό που η έκφραση είναι ελεύθερη. Η αναφορά με τη χρήση υπερσυνδέσμου καθίσταται πιο αποτελεσματική αλλά, κατά τ’ αλλά, δεν αλλάζει τίποτε άλλο” (Lee T. B. 1997).

Ορισμός & Είδη Υπερσυνδέσμων
Ως σύνδεσμος ή υπερσύνδεσμος (link ή hyperlink) ορίζεται το στοιχείο κώδικα γλώσσας προγραμματισμού HTML, που εμπεριέχει εντολή προς τον φυλλομετρητή του χρήστη για την καταφόρτωση των δεδομένων, που βρίσκονται σε ορισμένη ηλεκτρονική διεύθυνση URL, και, κατά συνέπεια, παρέχει τη δυνατότητα στο ψηφιακό περιβάλλον για την απευθείας μετάβαση σε διαφορετικό τμήμα του ίδιου αρχείου ή σε άλλο αρχείο.

Ανάλογα με την τεχνική φύση της παραπομπής, οι υπερσύνδεσμοι μπορούν ενδεικτικά να διακριθούν σε τέσσερις κατηγορίες :

  • “Επιφανειακοί” σύνδεσμοι (surface links) – Με την ενεργοποίησή τους δίνεται εντολή στον φυλλομετρητή του χρήστη για την μετάβαση από τη σελίδα ενός ιστότοπου στην αρχική σελίδα (homepage) ενός άλλου.
  • “Βαθιοί” σύνδεσμοι (deep links) – Με την ενεργοποίησή τους δίνεται εντολή στον φυλλομετρητή του χρήστη για την μετάβαση από τη σελίδα ενός ιστότοπου όχι στην αρχική αλλά σε (βαθύτερη) υποσελίδα ενός άλλου.
  • Σύνδεσμοι “πλαισίου” (framing links) – Με την ενεργοποίησή τους δίνεται εντολή στον φυλλομετρητή του χρήστη για την καταφόρτωση της σελίδας ενός ιστότοπου, η οποία όμως “πλαισιώνεται” από την αρχική ιστοσελίδα και άρα η ηλεκτρονική διεύθυνση URL της νέας σελίδας δεν εμφανίζεται στον φυλλομετρητή (browser).
  • “Αυτόματοι ή δυναμικοί υπερσύνδεσμοι” (automatic ή inline/embedded link) – Μπορεί να είναι οποιεσδήποτε από τις παραπάνω κατηγορίες υπερσυνδέσμων με την διαφορά ότι ενεργοποιούνται αυτόματα χωρίς την παρέμβαση του χρήστη.

Η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων θα πρέπει να προσεγγίζεται νομικά με βάση την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, δηλαδή τη ρύθμιση όχι με βάση τα διαφορετικά είδη τεχνολογιών, που κάθε φορά επιλέγονται για την εκτέλεση της λειτουργίας των υπερσυνδέσμων και ούτως ή άλλως αλλάζουν ταχύτατα, αλλά με βάση τα χαρακτηριστικά της εν λόγω δραστηριότητας, που ενδιαφέρουν από τη σκοπιά του δικαίου.

Το Δικαίωμα στη Δημιουργία και Χρήση Υπερσυνδέσμων
Η δημιουργία και η χρήση υπερσυνδέσμων αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του διαδικτυακού χρήστη, που προστατεύεται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως έκφανση της ελευθερίας της πληροφόρησης (5Α παρ. 2 Σ) και του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας (5Α παρ. 2 Σ).

Η ελευθερία της πληροφόρησης περιλαμβάνει την ελευθερία λήψης και την ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών, δηλαδή τόσο την παθητική όσο και την ενεργητική της όψη. Θεμελιώνεται στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και την ελεύθερη συμμετοχή του ατόμου στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, στην ελευθερία της έρευνας και στην ελευθερία της έκφρασης (5 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 14 παρ. 1 Σ). Περαιτέρω, θεμελιώνεται και ως ανθρώπινο δικαίωμα στις διεθνείς συμβάσεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 10) και του ΔΣΑΠΔ (άρθρο 19 παρ. 2) καθώς και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρο 11).

Δεδομένης της λειτουργίας του υπερσυνδέσμου, που ενσωματώνει εντολή προς τον φυλλομετρητή για μετάβαση σε ηλεκτρονική διεύθυνση και λήψη των διαδικτυακά αναρτημένων πληροφοριών, που βρίσκονται στη διεύθυνση αυτή, στα ψηφιακά περιβάλλοντα η δημιουργία υπερσυνδέσμου αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική εκδήλωση της ελευθερίας μετάδοσης πληροφοριών και, αντίστοιχα, η χρήση υπερσυνδέσμου την πλέον χαρακτηριστική εκδήλωση της ελευθερίας λήψης πληροφοριών.

Το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αξίωση πρόσβασης στην πληροφορία που διακινείται ηλεκτρονικά. Θεμελιώνεται περαιτέρω και ερμηνεύεται με βάση τις συνταγματικές ελευθερίες ανάπτυξης της προσωπικότητας, της έκφρασης και της πληροφόρησης (5 παρ. 1, 5Α παρ. 1 και 14 παρ. 1 Σ)., ενώ συνάγεται εμμέσως ως ανθρώπινο δικαίωμα από τις διεθνείς συμβάσεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 10) και του ΔΣΑΠΔ (άρθρο 19 παρ. 2) καθώς και από τον ΧΘΔΕΕ (άρθρο 11 και 36).

Η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων δεν αποτελεί μόνο τον πλέον πρόσφορο και ενδεδειγμένο τρόπο πρόσβασης πληροφοριών, που διακινούνται ηλεκτρονικά. Είναι και η βασική τεχνολογική καινοτομία του παγκοσμίου ιστού και, επομένως, τεχνολογικός πυλώνας της κοινωνίας της πληροφορίας. Συνεπώς, η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων εμπεριέχεται στον πυρήνα του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας, αφού τυχόν αποκλεισμός από τη δραστηριότητα αυτή ακυρώνει ουσιαστικά τη δυνατότητα συμμετοχής στον παγκόσμιο ιστό.

Υπερσύνδεσμοι & Πνευματική Ιδιοκτησία
Τόσο η ελευθερία της πληροφόρησης όσο και το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας δεν έχουν απόλυτο χαρακτήρα αλλά υπόκεινται σε περιορισμούς. Έτσι, η ελευθερία της πληροφόρησης τελεί υπό την γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ενώ οριοθετείται ρητώς από περιορισμούς, που θεσπίζονται με τυπικό νόμο, είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. Αντιστοίχως, ως όρια του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας ορίζονται ρητώς οι συνταγματικές εγγυήσεις προστασίας της ιδιωτικότητας. Η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων ως επιτρεπτός περιορισμός των παραπάνω δικαιωμάτων περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το δικαίωμα στη δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων δεν είναι απεριόριστο αλλά βρίσκει τα όριά του, εφόσον προσβάλλει παρανόμως δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Για να διερευνηθεί πότε υφίσταται τέτοια προσβολή, θα πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται αν η λειτουργία, που εξυπηρετείται με τη χρήση του υπό εξέταση υπερσυνδέσμου, εμπλέκει τεχνικές ενέργειες, αυτοματοποιημένες ή μη, που δύνανται να θίγουν δικαιώματα τρίτων, όπως δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ο Ν. 2121/1993 για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας προβλέπει ότι οι κάτοχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή/και συγγενικών δικαιωμάτων πάνω σε πρωτότυπα πνευματικά έργα έχουν δικαίωμα να απαγορεύουν, μεταξύ άλλων, (άρθρο 3 παρ. 1 α’, ζ’, η΄ και 47 παρ. 2 δ’ του Ν.2121/1993) :

  1. Την εγγραφή και την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή των έργων τους με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει.
  2. Τη μετάδοση ή αναμετάδοση των έργων τους στο κοινό με τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, με ηλεκτρομαγνητικά κύματα ή με καλώδια ή με άλλους υλικούς αγωγούς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, παραλλήλως προς την επιφάνεια της γης ή μέσω δορυφόρων.
  3. Την παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στα έργα αυτά, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.

Η τεχνική λειτουργία του υπερσυνδέσμου είναι απλή και συνίσταται σε σύντομο κώδικα λογισμικού, ο οποίος ενσωματώνει εντολή προς τον φυλλομετρητή του χρήστη για την καταφόρτωση των δεδομένων, που βρίσκονται σε ορισμένη ηλεκτρονική διεύθυνση URL άλλη από αυτή στην οποία περιηγείται ο χρήστης. Συνεπώς, η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμου δεν συνιστά ούτε εμπεριέχει οποιαδήποτε πράξη αναφόρτωσης και φιλοξενίας περιεχομένου στο διαδίκτυο (“uploading”) άλλου από την γραμμή κώδικα λογισμικού του υπερσυνδέσμου. Εν ολίγοις, ο απλός υπερσύνδεσμος δεν φιλοξενεί αλλά παραπέμπει σε περιεχόμενο του παγκόσμιου ιστού. Έτσι, προϋποθέτει την ύπαρξη ήδη αναφορτωμένου (“uploaded”) περιεχομένου στο διαδίκτυο κατά κανόνα όχι στον ίδιο διακομιστή (“server”), στον οποίο φιλοξενείται ο υπερσύνδεσμος, αλλά σε άλλον.

Ακόμη και στην περίπτωση που ο υπερσύνδεσμος ανακατευθύνει σε ηλεκτρονική διεύθυνση, όπου προστατευόμενο πνευματικό έργο διατίθεται στο κοινό χωρίς άδεια του δικαιούχου, το έργο αυτό φιλοξενείται σε διακομιστή άλλον από αυτόν που φιλοξενείται ο υπερσύνδεσμος. Επομένως, τυχόν παραβίαση του αποκλειστικού δικαιώματος διάθεσης στο κοινό ενδεχομένως τελείται, όχι από τον κάτοχο του διακομιστή φιλοξενίας του υπερσυνδέσμου, αλλά από τον κάτοχο του διακομιστή – προορισμού του υπερσυνδέσμου, στον οποίο φιλοξενείται το ίδιο το έργο. Όπως και τυχόν πράξεις παραβίασης από την πλευρά του χρήστη του υπερσυνδέσμου δεν μπορεί να τελούνται με την χρήση του υπό εξέταση υπερσυνδέσμου αλλά μετά την εκτέλεση της εντολής ανακατεύθυνσης, δηλαδή με την πράξη καταφόρτωσης (“downloading”) από τον χρήστη του προστατευόμενου πνευματικού έργου μέσω του φυλλομετρητή του, αφού τότε λαμβάνει χώρα η πράξη της αναπαραγωγής. Σε καμία όμως από τις παραπάνω περιπτώσεις η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμου δεν συνιστά αυτή καθεαυτή αναπαραγωγή, μετάδοση ή διάθεση στο κοινό διαδικτυακού περιεχομένου και έτσι δε δύναται να νοηθεί ότι παραβιάζει τις περιπτώσεις α’, ζ’ και η’ του άρθρου 3 παρ. 1 Ν.2121/1993.

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, επειδή ακριβώς η διαδικασία της δημιουργίας ή/και χρήσης υπερσυνδέσμου δεν συνιστά κανενός είδους πράξη αναπαραγωγής, μετάδοσης ή διάθεσης στο κοινό διαδικτυακού περιεχομένου, ορθώς υποστηρίζεται στη θεωρία ότι “ούτε οι υπερσύνδεσμοι (hyperlinks) με τους οποίους κανείς παρέχει μέσω της ιστοσελίδας του πρόσβαση σε άλλη ιστοσελίδα θεωρείται ότι εμπίπτουν στην έννοια της κατ’ αίτηση παρουσίασης στο κοινό” με παραπομπές σε πλούσια νομολογία ανωτάτων δικαστηρίων άλλων κρατών (βλ. Σταματούδη Ε., σε Κοτσίρη/Σταματούδη, ΕρμΝ 2121/1993, άρθρο 3, σελ. 127 – 128).

Συμπερασματικά, η πράξη της δημιουργίας ή/και χρήσης υπερσυνδέσμων δεν συνιστά παρουσίαση στο κοινό και, επομένως, δεν εμπίπτει στο σχετικό αποκλειστικό δικαίωμα του άρθρου 3 § 1 η’ Ν.2121/1993, γιατί :

  • Οι υπερσύνδεσμοι δεν συνιστούν παρουσιάσεις, καθώς η «παρουσίαση» προϋποθέτει τη μετάδοση του πνευματικού έργου και η δημιουργία υπερσυνδέσμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί οποιουδήποτε είδους μετάδοση διαδικτυακού περιεχομένου αλλά εντολή προς τον περιηγητή του τελικού χρήστη για παραπομπή σε άλλη ιστοσελίδα.
  • Ακόμη και αν αρχικώς θεωρηθεί ως παρουσίαση στο κοινό, η δημιουργία υπερσυνδέσμου δεν συνιστά τελικώς παρουσίαση σε «νέο» κοινό, δηλαδή σε κοινό άλλο ή ευρύτερο από αυτό στο οποίο απευθύνεται η αρχική παρουσίαση, όπου παραπέμπει ο υπερσύνδεσμος (βλ. CJEU, Case C-306/05 SGAE [2006] ECR I-11519, Joined Cases C-431/09 and C-432/09, Airfield NV and Canal Digitaal BV v Sabam and Airfield NV v Agicoa Belgium), δεδομένου ότι οποιαδήποτε ανάρτηση στο διαδίκτυο απευθύνεται θεωρητικά σε όλους τους διαδικτυακούς χρήστες, οπότε η δημιουργία υπερσυνδέσμου προς ήδη αλλού αναρτημένο περιεχόμενο δεν προβάλλει το σχετικό περιεχόμενο σε «νέο» κοινό.Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔικΕΕ) με πρόσφατη απόφασή του ακριβώς για το ίδιο θέμα της παράθεσης υπερσυνδέσμων προς προστατευόμενα πνευματικά έργα επικύρωσε την παραπάνω ερμηνεία των άρθρων 3 § 1 η’ Ν.2121/1993 και 3 § 1 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ (βλ. ΔικΕΕ, υπόθεση C-466/2012, απόφαση της 13.2.2014, Nils Svensson, Sten Sjogren, Madelaine Sahlman, Pia Gadd κατά Retriever Sverige AB). Συγκεκριμένα, το ΔικΕΕ με την παραπάνω απόφαση έκρινε ότι προκειμένου να εμπίπτει στην έννοια της «παρουσίασης στο κοινό», κατά το άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 2001/29, πρέπει αφενός να υφίσταται πράξη παρουσίασης στο κοινό και αφετέρου μία τέτοια παρουσίαση να απευθύνεται σε νέο κοινό, ήτοι σε ένα κοινό το οποίο δεν ελήφθη υπόψη από τους κατόχους του δικαιώματος του δημιουργού, όταν επέτρεψαν την αρχική παρουσίαση στο κοινό (βλ. σκέψη 24 της απόφασης). Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι ιστότοποι, που δεν εφαρμόζουν περιοριστικά μέτρα στην πρόσβαση των χρηστών σε αυτούς, θεωρείται ότι παρουσιάζουν τυχόν φιλοξενούμενα σε αυτούς πνευματικά έργα σε όλους τους χρήστες του Διαδικτύου (βλ. σκέψη 24 της απόφασης). Έτσι, το ΔικΕΕ συμπέρανε πως η παροχή σε ιστότοπο δυνάμενων να ενεργοποιηθούν με επιλογή συνδέσμων προς έργα που διατίθενται ελεύθερα σε άλλον ιστότοπο συνιστά παρουσίαση στο ίδιο και όχι σε «νέο κοινό» και, συνεπώς, ελλείψει νέου κοινού, μία τέτοια παρουσίαση δεν συνιστά πράξη παρουσίασης στο κοινό κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ (βλ. σκέψεις 26 – 27, 32 της απόφασης). Με την απόφαση Svensson του ΔικΕΕ επιτυγχάνεται η ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα με ομοιόμορφο τρόπο και στα 28 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα Όρια της Άσκησης του Δικαιώματος στη Χρήση Υπερσυνδέσμων
Όπως σχολιάζει ο Tim Berners Lee, οι απλοί υπερσύνδεσμοι δεν συνεπάγονται από μόνοι τους ότι το έγγραφο, στο οποίο παραπέμπουν, συνδέεται με ή είναι μέρος ή έχει εγκριθεί από ή εγκρίνεται ή ανήκει ή διανέμεται σε σχέση με το έγγραφο, στο οποίο βρίσκεται η παραπομπή (Lee T. B. 1997). Τι συμβαίνει όμως όταν ο δημιουργός του υπερσυνδέσμου τελεί σε πλήρη γνώση του παρανόμου του περιεχομένου, στο οποίο παραπέμπει, ή χρησιμοποιεί υπερσυνδέσμους “πλαισίου”, για να παρουσιάσει περιεχόμενο ανταγωνιστικής επιχείρησης ως δικό του ή, γενικότερα, αντλεί κέρδος από τη δραστηριότητα αυτή; Υπάρχουν όρια μετά την υπέρβαση των οποίων η άσκηση του δικαιώματος στη δημιουργία/χρήση υπερσυνδέσμων μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική;

Έτσι, μολονότι η δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων δεν προσβάλλει ευθέως δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τυχόν έμμεση αστική και ποινική ευθύνη του δημιουργού υπερσυνδέσμων προς προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα πρέπει εντελώς να αποκλειστεί. Συγκεκριμένα, ανάλογα με τις περιστάσεις δημιουργός υπερσυνδέσμου προς προσβλητικό περιεχόμενο δύναται ανά περίπτωση να θεωρηθεί ως απλός συνεργός στο τελούμενο ποινικό αδίκημα (47 ΠΚ) ή/και υπεύθυνος σε αποζημίωση του παθόντος είτε κατά τα άρθρα 281 και 914 επ. ΑΚ είτε, εφόσον διεξάγει ανταγωνιστική επιχειρηματική δραστηριότητα, με βάση το άρθρο 1 του ν.δ. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού.

Εντούτοις και δεδομένου ότι το άρθρο 13 ΠΔ 131/2003 προβλέπει πλήρη άρση αστικών και ποινικών ευθυνών για παρόχους φιλοξενίας περιεχομένου, η δημιουργία υπερσυνδέσμων προς περιεχόμενο, δηλαδή όχι η φιλοξενία αλλά η απλή παραπομπή σε περιεχόμενο, πρέπει κατ’ αναλογία να υπαχθεί στον ίδιο κανόνα δικαίου. Συνεπώς, οποιαδήποτε ευθύνη του δημιουργού υπερσυνδέσμων θα πρέπει να αποκλείεται εφόσον ο τελευταίος (α) δεν γνωρίζει πραγματικά για το παράνομο του περιεχομένου στο οποίο παραπέμπει και (β) αποσύρει ταχέως τις πληροφορίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη μόλις ειδοποιηθεί σχετικά.

Έτσι, για να θεωρηθεί ο δημιουργός υπερσυνδέσμου απλός συνεργός στο ποινικό αδίκημα του άρθρου 66 του Ν. 2121/1993 θα πρέπει (α) το αναρτημένο από τρίτους περιεχόμενο να παραβιάζει τον Ν. 2121/1993, (β) ο δημιουργός υπερσυνδέσμου να έχει πλήρη γνώση όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού αδικήματος και πρόθεση συνδρομής στην τέλεσή του ή να απέκτησε τέτοια γνώση κατόπιν ειδοποίησης. Τέτοια πρόθεση σαφώς δε θεμελιώνεται στις περιπτώσεις αυτόματης αρχειοθέτησης διαδικτυακού περιεχομένου, που παρατηρείται στις μηχανές αναζήτησης, καθώς δε μεσολαβεί ανθρώπινη απόφαση για την δημιουργία υπερσυνδέσμου προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση η πρόθεση παροχής συνδρομής θα πρέπει να αφορά συγκεκριμένο πνευματικό έργο.

Αντίστοιχα, οποιαδήποτε αστική ευθύνη αποκλείεται εφόσον ο δημιουργός υπερσυνδέσμου (α) δεν έχει γνώση του παρανόμου χαρακτήρα του παραπεμπόμενου περιεχομένου και (β) δεν έχει λάβει σχετική ειδοποίηση ή έχει λάβει αλλά δεν έχει προβεί σε διαγραφή του συγκεκριμένου υπερσυνδέσμου. Το βάρος της απόδειξης σχετικά με την επίγνωση του παρανόμου χαρακτήρα του προς παραπομπή περιεχομένου το φέρει ο παθών. Συμπερασματικά, οποιαδήποτε τυχόν παρεπόμενη ευθύνη του δημιουργού υπερσυνδέσμων θα πρέπει να κρίνεται ανά περίπτωση (ad hoc) με τις σχετικές διατάξεις δικαίου να ερμηνεύονται συσταλτικά, αφού αφορούν περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Διάφορη θα πρέπει να είναι η μεταχείριση περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού μέσω υπερσυνδέσμων “πλαισίου”, στις οποίες ο δημιουργός του εν λόγω υπερσυνδέσμου παρουσιάζει εντός του ιστοτόπου του περιεχόμενο ιστοτόπου ανταγωνιστικής επιχείρησης ως δικό του με σκοπό το οικονομικό όφελος και την υποκλοπή πελατείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις η γνώση του παρανόμου και καταχρηστικού χαρακτήρα συνήθως τεκμαίρεται και ελέγχεται τυχόν ευθύνη του δημιουργού υπερσυνδέσμου για αθέμιτο ανταγωνισμό (ν.δ. 146/1914), προσβολή εμπορικών σημάτων (Ν. 4072/2012) προσβολή του sui generis δικαιώματος σε βάση δεδομένων (N. 2121/1993) και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έναντι των καταναλωτών (Ν. 2251/1994).

Νομολογία
Η νομολογία άλλων χωρών βρίθει αποφάσεων ανωτάτων δικαστηριών, όπου κρίνονται ζητήματα ευθύνης από υπερσύνδεσμους ως επί το πλείστον με βάση τις σκέψεις που προεκτέθηκαν. Έτσι, έχει κριθεί επανειλημμένως ότι υφίσταται ευθύνη του δημιουργού υπερσυνδέσμων για την εν γνώσει διευκόλυνση της παραβίασης του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. ενδεικτικά Brein v Techno Design [2006] ECDR 21 (Netherlands); Universal Music v Cooper [2006] FCAFC 187 (Full Federal Court of Australia); Napster.no [2005] IIC 120(Norway).

Σε αντίθεση με τη διεθνή εμπειρία η Ελληνική νομολογία δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια αναφορικά με τα νομικά ζητήματα που αναφύονται γύρω από τη δημιουργία ή/και χρήση υπερσυνδέσμων. Περαιτέρω, η Ελληνική νομολογία παρουσιάζεται διχασμένη στο αξιόποινο ή μη της χρήσης υπερσυνδέσμων, που παραπέμπουν σε προστατευόμενα πνευματικά έργα αναρτημένα στο διαδίκτυο χωρίς άδεια των δικαιούχων τους.

Το ζήτημα των υπερσυνδέσμων, που παραπέμπουν σε προστατευόμενα έργα, τα οποία έχουν δημοσιευτεί (αναρτηθεί) στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια των δικαιούχων, έχει αντιμετωπιστεί, κυρίως από τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, σε περιπτώσεις παραβίασης του συγγενικού δικαιώματος των παραγωγών οπτικοακουστικών έργων κατ’ άρθρο 47 § 2 δ΄ του Ν 2121/1993. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί ότι οι διαχειριστές ιστοτόπων, που παρέχουν υπερσυνδέσμους σε παρανόμως αναρτημένα πνευματικά έργα σε άλλους ιστοτόπους, είναι φυσικοί αυτουργοί της παράβασης της διάταξης του άρθρου 66 § 2 γ΄ περ. δ΄ του Ν 2121/1993 (βλ. ΠεντΕφΘεσ 852/2014, ΜΕφΚακΘρ 153/2014, ΜΕφΚακΘεσ 445/2014, ΤρΕφΚακΔωδ 62/2013, ΤρΠλημΑθ 54317/2013, βλ. και ΑΠ 427/2012, ΝοΒ 2012 : 2433). Αντιστοίχως, υπάρχουν αποφάσεις δικαστικών συμβουλίων, που χαρακτηρίζουν τέτοιες συμπεριφορές ως απλή συνέργεια – όχι φυσική αυτουργία – στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος του άρθρου 66 § 2 στοιχ. Γ΄ περ. δ΄ (ΣυμβΠλημΞανθης 81/2013).

Αντιστοίχως, σε υπόθεση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αρ. 4042/2010 απόφασή του υπήγαγε τη δημιουργία υπερσυνδέσμων “πλαισίου” στην έννοια της παρουσίασης στο κοινό (άρθρο 3 § 1 η΄ Ν.2121/1993) και έκρινε ότι μία τέτοια πράξη προσβάλλει το περιουσιακό δικαίωμα των δικαιούχων των διατιθέμενων πνευματικών έργων. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε πως η δημιουργία υπερσυνδέσμων “πλαισίου” συνιστά “ακουστική παρουσίαση στο κοινό”, με την οποία καθίστανται σε αυτό προσιτά τα επίδικα έργα κατ’ επιλογήν των επισκεπτών του επίδικου ιστοτόπου από τόπο και σε χρόνο που ο καθένας επιλέγει. Με αυτόν όμως τον τρόπο το εν λόγω δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την τεχνική λειτουργία των υπερσυνδέσμων και δη ότι παραπέμπουν σε ήδη αναρτημένο περιεχόμενο στο διαδίκτυο και ότι, επομένως, η πράξη διάθεσης στο κοινό τελείται από τον πάροχο φιλοξενίας του περιεχομένου αυτού και όχι από τον δημιουργό του υπερσυνδέσμου.

Σε αντίθετη κρίση έχει οδηγηθεί το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς με την υπ’ αρ. 965/2010 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε αθώος ο διαχειριστής ιστοτόπου μηχανής αναζήτησης για Ελληνικές ταινίες και Ελληνικές τηλεοπτικές σειρές. Στην απόφασή του αυτή το δικαστήριο έκρινε ότι “οι πληροφορίες που συλλέγει η ιστοσελίδα του κατηγορουμένου αναφορικά με την εξεύρεση ιστοσελίδων όπου ο χρήστης μπορεί να παρακολουθήσει ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές αποτελούν δημόσιες πληροφορίες, υπό την έννοια ότι ο χρήστης του διαδικτύου εφόσον γνωρίζει τη σχετική διαδικτυακή διεύθυνση, έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει αυτές άμεσα, χωρίς τη μεσολάβηση της ιστοσελίδας του κατηγορουμένου, με τη μετάβασή του στην ιστοσελίδα που κατέχει το αρχείο που περιέχει την ταινία που επιθυμεί να παρακολουθήσει και από την οποία (ιστοσελίδα) θα γίνει η αναπαραγωγή του αρχείου”. Αναγνώρισε δηλαδή αφενός ότι ο διαχειριστής του επίδικου ιστοτόπου δεν είχε αναφορτώσει ο ίδιος το προσβλητικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο αλλά αρχειοθετούσε μέσω υπερσυνδέσμων περιεχόμενο, που ήδη ήταν δημόσια προσβάσιμο κατόπιν πράξεων τρίτων προσώπων. Έτσι, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έκρινε ότι ο διαχειριστής του επίδικου ιστοτόπου “δεν προβαίνει σε άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή και δημόσια εκτέλεση και πολύ περισσότερο σε διανομή και κατοχή με σκοπό διανομής των ταινιών και τηλεοπτικών σειρών που διαθέτει η ιστοσελίδα του αφού η τελευταία, όπως προεκτέθηκε, δεν διαθέτει τα σχετικά αρχεία στα οποία έχουν αποθηκευθεί οι συγκεκριμένες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές” και, συνεπώς, η δημιουργία υπερσυνδέσμων προς το προσβλητικό περιεχόμενο δεν συνιστά αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 66 § 1 του Ν.2121/1993.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι παραπάνω αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων έχουν εκδοθεί πριν από την υπ’ αρ. C-466/2012 απόφαση του ΔικΕΕ. Svensson κατά Retriever Sverige AB. Ήδη μετά την έκδοση της απόφασης του ΔικΕΕ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αρ. 5249/2014 απόφασή του ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη συλλογιστική της απόφασης Svensson, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2121/1993 κατά ανάλογο τρόπο. Έτσι, έκρινε για τη συγκεκριμένη υπόθεση ότι : «τα έργα που βρισκόταν σε αυτές τις ιστοσελίδες ήταν ελεύθερα προσβάσιμα από όλους τους χρήστες του διαδικτύου, οι οποίοι αποτελούσαν το κοινό στο οποίο τα έργα απευθύνονται. Συνεπώς, […] ο ενάγων δεν παρουσίαζε τα έργα αυτά σε νέο κοινό και συνεπώς δεν πραγματοποιούσε μετάδοση ή αναμετάδοση των οπτικοακουστικών αυτών έργων κατά την έννοια του ν.2121/1993 και της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ. Την μετάδοση και αναμετάδοση των έργων πραγματοποιούν, ως ανεφέρθη, μόνο οι κάτοχοι και διαχειριστές των ιστοσελίδων στις οποίες παραπέμπουν οι σύνδεσμοι». Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι δεν υφίσταται παραβίαση του Ν. 2121/1993 από τον πάροχο φιλοξενίας των υπερσυνδέσμων, ακόμη και αν τα παραπεμπόμενα πνευματικά έργα διατίθονταν χωρίς άδεια, καθώς «ο ενάγων δεν διατηρεί σήμερα ούτε διατηρούσε στο παρελθόν τα οπτικοακουστικά έργα αποθηκευμένα σε ψηφιακή μορφή σε δικούς του υπολογιστές από τους οποίους πραγματοποιείται μετάδοση προς τους υπολογιστές των χρηστών, είτε με την παροχή δυνατότητας “κατεβάσματος” (download) του έργου ώστε να δημιουργηθεί ψηφιακό αντίγραφο στον υπολογιστή του χρήστη, είτε με τη δημιουργία “ροής” (streaming) κατ’ αίτηση του χρήστη ή διαρκώς σε πραγματικό χρόνο. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω σύνδεσμοι οδηγούν όλοι σε ιστότοπους στους οποίους τρίτα πρόσωπα είχαν αναρτήσει τα εν λόγω οπτικοακουστικά έργα. […]  Τα έργα αυτά δε, ήταν αποθηκευμένα στους υπολογιστές που φιλοξενούσαν τις ιστοσελίδες αυτές (οι λεγόμενοι “εξυπηρετητές” ή “server”), και από εκεί γινόταν διαθέσιμα στους χρήστες με τη μέθοδο της ροής». Όλα λοιπόν δείχνουν πως και η νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων θα ακολουθήσει – και ορθώς – την εφαρμογή της συλλογιστικής της απόφαση Svensson του ΔικΕΕ, αναγνωρίζοντας τον νόμιμο χαρακτήρα της χρήσης υπερσυνδέσμων.

Περισσότερα

ΔικΕΕ, Απόφαση της 13.2.2014, Υπόθεση C-466/2012, Nils Svensson, Sten Sjogren, Madelaine Sahlman, Pia Gadd κατά Retriever Sverige AB.

ΔικΕΕ, Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2014, Υπόθεση C-348/13, BestWater International GmbH κατά Michael Mebes, Stefan Potsch.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *