Η Νομική Προστασία των Βάσεων Δεδομένων

Στην εποχή της πληροφορικής οι βάσεις δεδομένων αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική σημασία. Είτε πρόκειται για συλλογές οικονομικών, πολιτικών, νομικών ή στατιστικών δεδομένων, στοιχεία μηχανών αναζήτησης, αποτελέσματα αθλητικών αγώνων, μετεωρολογικά ή φορολογικά αρχεία, χάρτες, ιστοσελίδες, συλλογές διαδικτυακών συνδέσμων, εγκυκλοπαίδειες, ανθολογίες, λεξικά, είτε πρόκειται για τηλεφωνικούς καταλόγους, ηλεκτρονικές ή έντυπες εφημερίδες ή περιοδικά, συλλογές τίτλων άρθρων εφημερίδων και ψηφιακές βιβλιοθήκες, τέτοιες περιπτώσεις υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας εμπίπτουν στην έννοια των βάσεων δεδομένων, διαδραματίζοντας πια σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητά μας.

Για την κατασκευή βάσεων δεδομένων απαιτείται η επένδυση σημαντικών ανθρώπινων, τεχνικών και οικονομικών πόρων. Εντούτοις, η αντιγραφή των εν λόγω βάσεων δεδομένων ή η πρόσβαση σε αυτές είναι δυνατή με κόστος πολύ μικρότερο από εκείνο που συνεπάγεται η ανεξάρτητη δημιουργία τους (σκέψη 7 της Οδηγίας 96/9/ΕΟΚ). Για την προστασία τέτοιων επενδύσεων εισήχθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την Οδηγία 96/9/ΕΟΚ ένα πρωτότυπο καθεστώς διπλής προστασίας για τις βάσεις δεδομένων, το οποίο συνδυάζει την προστασία του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας με μία νέας μορφής προστασία ενάντια στην χωρίς άδεια εξαγωγή ή και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους βάσεων δεδομένων.

Η ψήφιση της Οδηγίας αντιμετωπίστηκε ως μία σοβαρή ρήξη με τη βασική αρχή του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την οποία οι απλές πληροφορίες, όπως αυτές που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων, δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας.  Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2121/1993 δεν υπόκεινται σε αποκλειστικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επίσημα κείμενα, με τα οποία εκφράζεται η άσκηση πολιτειακής αρμοδιότητας, καθώς και εκφράσεις της λαϊκής παράδοσης, ειδήσεις και απλά γεγονότα ή στοιχεία. Με βάση δηλαδή την παραπάνω αρχή του ηπειρωτικού αλλά και του Ελληνικού δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας η νομική προστασία ενός πνευματικού έργου περιορίζεται στη μορφή του και όχι στην αφηρημένη ιδέα ή στις απλές πληροφορίες, τις οποίες η μορφή αυτή ενσωματώνει. Μέσω της αρχής αυτής επιτυγχάνεται η συγκρότηση ενός δυναμικού και πλούσιου δημοσίου χώρου ελεύθερης χρήσης και έκφρασης [public domain] που αποτελεί κοινό κτήμα της ανθρωπότητας και εγγύηση για την ουσιαστική άσκηση της ελευθερίας της πληροφόρησης και της καλλιτεχνικής ή επιστημονικής δημιουργίας.

Η εν λόγω Οδηγία εμφανίζεται, ωστόσο, συμβατή προς μια ολοένα και πιο κυρίαρχη προσέγγιση διεύρυνσης του αντικειμένου προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, που ακολουθείται από το Αγγλοσαξονικό και το αμερικανικό δίκαιο διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία κριτήριο για τη χορήγηση της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας του δημιουργού μέσα από το έργο, αλλά η προσπάθεια, η εργασία και η επιμέλεια που καταβλήθηκαν από τον δημιουργό του κατά τη δημιουργία (θεωρία του «ιδρώτα του μετώπου», «sweat of the brow»). Η προσέγγιση άλλωστε αυτή ανάγεται σε φιλοσοφικό επίπεδο στη σκέψη του Τζων Λοκ για την ιδιοκτησία, σύμφωνα με την οποία η ηθικοπολιτική δικαιολόγηση για την ύπαρξη της ιδιοκτησίας είναι η ανθρώπινη εργασία.

Το αξιοπερίεργο όμως είναι πως στον Αγγλοσαξωνικό χώρο [πλην Ηνωμένου Βασιλείου] και στις ΗΠΑ τέτοιο δικαίωμα στην προστασία των βάσεων δεδομένων μέχρι σήμερα δεν αναγνωρίζεται. Όπως επίσης αξιοσημείωτο είναι πως η εισαγωγή τέτοιας προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε ως αποτέλεσμα, όπως αρχικά αναμενόταν, την αύξηση του μεγέθους του σχετικού κλάδου της Ευρωπαϊκής οικονομίας, ο οποίος συνεχίζει να έπεται κατά πολύ του αντίστοιχου των ΗΠΑ (βλ. DG WP, First evaluation of Directive 96/9/EC on the legal protection of databases, 12 December 2005). Εντούτοις, η αρνητική αυτή εξέλιξη μπορεί να κατανοηθεί, αν ληφθεί υπόψη ότι η περίφραξη με αποκλειστικά δικαιώματα προηγουμένως ελεύθερων προς χρήση άυλων αγαθών δεν παρέχει μόνο κίνητρα επένδυσης για την κατασκευή βάσεων δεδομένων αλλά παρεμποδίζει αποτελεσματικά και τη δημιουργία νέων. Η περισσότερη περίφραξη δεν συνεπάγεται την περισσότερη αλλά τη λιγότερη δημιουργική παραγωγή, ενώ παράπλευρες απώλειες υφίστανται οι δημιουργικές ελευθερίες.

Ορισμοί
Ως βάση δεδομένων νοείται η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξαρτήτων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών με ηλεκτρονικά μέσα ή με άλλο τρόπο (άρθρα 2 § 2α του Ν. 2121/1993 και 1 § 2 της Οδηγίας 96/9/ΕΟΚ). Έτσι, στην έννοια των βάσεων δεδομένων υπάγονται τόσο οι ηλεκτρονικές (ψηφιακές) βάσεις δεδομένων, όσο και οι μη ηλεκτρονικές (παραδοσιακές) βάσεις δεδομένων (σκέψη 14 Οδηγίας), κάθε είδους συλλογές έργων, λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών, μουσικών ή άλλων ή άλλο υλικό, όπως κείμενα, ήχοι, εικόνες, αριθμοί, πραγματικά στοιχεία και δεδομένα (σκέψη 17 Οδηγίας), καθώς και τα CD-ROM και CD-I (σκέψη 23 Οδηγίας). Εντούτοις, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η συμπίληση διαφόρων μουσικών εκτελέσεων CD δεν αποτελούν βάσεις δεδομένων (σκέψεις 19 και 23 Οδηγίας).

Περαιτέρω, κατασκευαστής βάσης δεδομένων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων από την κατασκευή βάσης δεδομένων. Δεν θεωρείται κατασκευαστής ο εργολάβος βάσης δεδομένων (άρθρο 45Α § 1 του Ν. 2121/1993).

Επιπρόσθετα, εξαγωγή θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου βάσης δεδομένων σε άλλο υλικό φορέα με οποιοδήποτε μέσο ή με οποιαδήποτε μορφή. Εξαγωγή δηλαδή αποτελεί η «μεταφορά» περιεχομένων σε άλλο απόθεμα. Είναι αδιάφορο αν η μεταφορά περιεχομένων τελείται μέσω της αντιγραφής των περιεχομένων με τεχνικά μέσα ή μέσω αντιγραφής με το χέρι (ΔΕΕ, απόφ. της 9 Οκτωβρίου 2008, C-304/2007 Directmedia GmbH v. Albert-Ludwig Universitat Freiburg, ΔιΜΕΕ 2009,122).

Επαναχρησιμοποίηση νοείται δε η πάσης μορφής διάθεση στο κοινό του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων με διανομή αντιγράφων, εκμίσθωση, μετάδοση με άμεση επικοινωνία ή με άλλες μορφές. Ωστόσο, ο δανεισμός στο κοινό δεν συνιστά πράξη εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης (άρθρο  45Α § 2 του Ν. 2121/1993).

Νομικό Πλαίσιο
Η προστασία των βάσεων δεδομένων εισήχθη στην ΕΕ με την ψήφιση της Οδηγίας 96/9/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕΕΚ Αριθμ. L-77/20, 27.03.1996).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 2819/2000. Έτσι, με τον νόμο αυτό εισήχθηκαν διατάξεις για τις βάσεις δεδομένων στα άρθρα 2 § 2α, 3 §§ 3 και 4 καθώς και 45α του εγχώριου νομοθετήματος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, δηλαδή του Ν. 2121/1993.

Δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας σε Βάσεις Δεδομένων
Αν συνιστά πρωτότυπο πνευματικό έργο, μία βάση δεδομένων απολαμβάνει προστασίας, τόσο με βάση το κλασικό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας όσο και με βάση το δικαίωμα ειδικής φύσης του κατασκευαστή βάσεων δεδομένων.

Για να συνιστά πρωτότυπο πνευματικό έργο, μία βάση δεδομένων πρέπει να διαθέτει μια πρωτοτυπία στην επιλογή ή στην οργάνωση του υλικού της. Το κριτήριο της πρωτοτυπίας πληρείται αν κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει όμοια βάση δεδομένων ή αν μία βάση παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους», έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή έργα. Έτσι, δεν πρέπει να θεωρείται πρωτότυπη μία βάση, εάν δεν υπάρχει καμία επιλογή στο υλικό ή αν η διευθέτηση γίνεται με κριτήρια αυτονόητα (π.χ. όλοι οι πολίτες ενός Δήμου ή όλα τα ονόματα με αλφαβητική σειρά, βλ. Μ. Κανελλοπούλου – Μπότη, Νομική Προστασία Βάσεων Δεδομένων, έκδοση 2004, σελ. 57). Δεν αρκεί λοιπόν απλώς η καταβολή κόπου και η επίδειξη ικανότητας, αλλά απαιτείται δημιουργική πρωτοτυπία, απόδειξη δηλαδή ότι ο δημιουργός της προέβη σε ελεύθερες, δικές του και δημιουργικές επιλογές (ΔΕΕ, Football Dataco Ltd, C-604/2010). Κανένα άλλο κριτήριο, εκτός από την πρωτοτυπία, δεν μπορεί να καθορίζει την προστασία της βάσης με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και ιδίως δεν πρέπει να γίνεται καμία αξιολόγηση της ποιοτικής ή αισθητικής αξίας της (σκέψη 16 και άρθρο 3 § 1β Οδηγίας).

Αντικείμενο προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας σε βάση δεδομένων δεν είναι αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της αλλά ο τρόπος επιλογής, κατάταξης και διευθέτησης του περιεχομένου της, ο οποίος και ενσωματώνει το στοιχείο της πρωτοτυπίας (άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας και 2 § 2α του Ν. 2121/1993). Τα επιμέρους πνευματικά έργα που περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο της βάσης, αν δεν αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης, δύνανται να προστατεύονται αυτοτελώς.

Φορέας του δικαιώματος είναι ο δημιουργός της βάσης δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών προσώπων που έχει δημιουργήσει τη βάση δεδομένων ή, εφόσον επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους – μέλους, το νομικό πρόσωπο που ορίζεται ως δικαιούχος από τη νομοθεσία αυτή. Κατά το ελληνικό δίκαιο μόνο τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να είναι δημιουργοί, ενώ τα νομικά πρόσωπα μπορούν μόνο δευτερογενώς να αποκτήσουν την ιδιότητα του δικαιούχου με σύμβαση μεταβίβασης του σχετικού δικαιώματος (άρθρα 6 και 8 του Ν. 2121/ 1993).

Ο δημιουργός της βάσης δεδομένων έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει (άρθρα 3 § 3 του Ν. 2121/1993 και 5 της Οδηγίας 96/9/ΕΟΚ) :

α) την προσωρινή ή διαρκή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων με κάθε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει,
β) τη μετάφραση, προσαρμογή, διευθέτηση και οποιαδήποτε άλλη μετατροπή της βάσης δεδομένων,
γ) οποιαδήποτε μορφή διανομής της βάσης δεδομένων ή αντιγράφων της στο κοινό. Η πρώτη πώληση αντιγράφου της βάσης δεδομένων στην Κοινότητα από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεση του, συνεπάγεται ανάλωση του δικαιώματος μεταπώλησης του εν λόγω αντιγράφου στην Κοινότητα,
δ) οποιαδήποτε ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση της βάσης δεδομένων στο κοινό,
ε) οποιαδήποτε αναπαραγωγή διανομή, ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση, στο κοινό των αποτελεσμάτων των πράξεων που αναφέρονται στο παραπάνω στοιχείο β`.

Αναπαραγωγή ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων για ιδιωτικούς σκοπούς δεν επιτρέπεται (άρθρο 3 § 4 του Ν. 2121/1993).

Δικαίωμα Ειδικής Φύσης σε Βάσεις Δεδομένων
Πέραν της παραπάνω προστασίας ο Ν. 2121/1993 προβλέπει ρητά και ένα πρόσθετο αποκλειστικό δικαίωμα ειδικής φύσης για τους κατασκευαστές βάσεων δεδομένων. Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική διάταξη νόμου, εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου μίας βάσης δεδομένων, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά, καταδεικνύουν ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση, ο κατασκευαστής αυτής έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της (άρθρα 45Α § 1 του Ν. 2121/1993 και 7 § 10 Οδηγίας 96/9).

Ως επένδυση για την απόκτηση του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων νοούνται τα μέσα, που χρησιμοποιούνται για την αναζήτηση υφιστάμενων στοιχείων και τη συγκέντρωση τους στην εν λόγω βάση, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των στοιχείων που συναποτελούν το περιεχόμενο μιας βάσης δεδομένων (ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2004, C-203/2002: British Horseracing Board (BHB) v. William Hill Organization Ltd). Ως επένδυση για τον έλεγχο του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων νοούνται τα μέσα, που χρησιμοποιούνται, προκειμένου να εξασφαλισθεί η πιστότητα των πληροφοριών που περιέχονται στην εν λόγω βάση, για τον έλεγχο της ακρίβειας των αναζητουμένων στοιχείων, κατά τη δημιουργία της βάσεως αυτής, καθώς και κατά την περίοδο λειτουργίας της. Τέλος, ως επένδυση για την παρουσίαση του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων νοούνται τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να αποκτήσει η εν λόγω βάση τη λειτουργία επεξεργασίας των πληροφοριών, ήτοι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη συστηματική ή μεθοδική διευθέτηση των στοιχείων που περιέχονται στη βάση αυτή, καθώς και την οργάνωση της δυνατότητας ατομικής πρόσβασης στα στοιχεία αυτά (ΠΠρΡοδ 176/2011). Η επένδυση αυτή μπορεί να συνίσταται σε μόχθο, χρηματικούς και τεχνικούς πόρους, εργασία, χρόνο ή προσπάθεια, προσδίδοντας στην άναρχη μάζα των απλών δεδομένων και πληροφοριών προστιθέμενη αξία καθιστώντας τα περιεχόμενα αυτά επιμέρους στοιχεία ενός οργανωμένου και αξιόπιστου πληροφοριακού συνόλου με σημαντική οικονομική αξία. Έχει κριθεί ότι σημαντικές επενδύσεις σε χρηματικά ποσά ή/και εργατοώρες συνιστούν ουσιώδη επένδυση (ΠΠρΑθ 5810/2005).

Ακόμη και όταν πρόκειται για επουσιώδη μέρη του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, η εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση δεν επιτρέπεται, αν είναι επανειλημμένη και συστηματική και εφόσον συνεπάγεται τη διενέργεια πράξεων που έρχονται σε σύγκρουση με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης δεδομένων ή θίγουν αδικαιολόγητα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή της βάσης (άρθρα 45Α § 4 του Ν. 2121/1993 και 7 § 5 Οδηγίας 96/9). Έτσι, απαγορεύονται επανειλημμένες και συστηματικές πράξεις εξαγωγής, που καταλήγουν στην ανασύνθεση του συνόλου ή ενός ουσιώδους μέρους μίας προστατευόμενης βάσης δεδομένων με σκοπό την αντιγραφή της, αφού αναγκαστικά έρχονται σε σύγκρουση με τα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή (ΔΕΕ, British Horseracing Board Ltd v William Hill Organization Ltd (BHB decision), C-203/2002). Τέτοια όμως εξαγωγή ή / και επαναχρησιμοποίηση επουσιωδών μερών για οποιονδήποτε σκοπό είναι δυνατή για τους νόμιμους χρήστες διαθέσιμης στο κοινό βάσης δεδομένων, δηλαδή όσους κάνουν σχετική χρήση με την άδεια του κατασκευαστή (άρθρα 45Α § 5 του Ν. 2121/1993 καθώς και 8 και 15 Οδηγίας 96/9).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προστασία του δικαιώματος ειδικής φύσης δεν καλύπτει κάθε βάση δεδομένων αλλά μόνον όσες βάσεις, πρωτότυπες ή μη, ενσωματώνουν ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση ως προς τον έλεγχο ή την παρουσίαση του περιεχομένου τους (άρθρο  45Α § 1 και 3 του Ν. 2121/1993). Φορέας του δικαιώματος ειδικής φύσης είναι ο κατασκευαστής βάσης δεδομένων, εφόσον είναι υπήκοος κράτους – μέλους της ΕΕ ή έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος της Κοινότητας. Επίσης, αν πρόκειται για επιχείρηση που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους – μέλους και έχει την καταστατική της έδρα, την κεντρική διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή της εντός της Κοινότητας. Όταν η συγκεκριμένη Εταιρία ή επιχείρηση έχει μόνο την καταστατική της έδρα στο έδαφος της Κοινότητας, οι δραστηριότητές της πρέπει να συνδέονται πραγματικά και αδιάλειπτα με την οικονομία ενός Κράτους – Μέλους (άρθρα 45Α § 1 και 6 του Ν. 2121/1993 καθώς και 9 και 11 Οδηγίας 96/9).

Αντικείμενο της προστασίας του δικαιώματος ειδικής φύσης είναι το σύνολο ή ουσιώδες μέρος του περιεχομένου βάσης δεδομένων. Προστατεύεται δηλαδή η κατάταξη, η διευθέτηση και η οργάνωση του περιεχομένου της (ΠΠρΡοδ 176/2011). Το περιεχόμενο όμως αυτό καθεαυτό και σε μεμονωμένη βάση, δηλαδή τα δεδομένα που βρίσκονται ταξινομημένα και αποθηκευμένα στη βάση, δεν προστατεύεται, ενώ αποκλειστικά δικαιώματα επί αυτού που τυχόν ανήκουν σε τρίτους δεν θίγονται (άρθρο  45Α § 3 του Ν. 2121/1993).

Σε σχέση με την ερμηνεία του κριτηρίου περί ουσιώδους μέρους μιας βάσης δεδομένων το ΔικΕΕ έκρινε ότι επιχείρηση η οποία θέτει σε διαδικτυακή λειτουργία θεματική μεταμηχανή αναζητήσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβαίνει σε επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου προστατευόμενης βάσεως δεδομένων, βάσει του ως άνω άρθρου 7, εφόσον η θεματική μεταμηχανή αναζητήσεως αυτή (βλ. ΔικΕΕ υπόθ. C-202/2012, απόφ. της 19.12.2013, Innoweb BV κατά Wegener ICT Media BV et al) :

– παρέχει στον τελικό χρήστη τυποποιημένο έγγραφο αναζητήσεως, το οποίο έχει, κατ’ ουσίαν, τις ίδιες λειτουργικές ιδιότητες με το τυποποιημένο έγγραφο της βάσεως δεδομένων· – μεταφράζει «σε πραγματικό χρόνο» τις εντολές αναζητήσεως των τελικών χρηστών στη μηχανή αναζητήσεως που διαθέτει η βάση δεδομένων, με συνέπεια να εξερευνά όλα τα δεδομένα των εν λόγω βάσεων, και – εμφανίζει στον τελικό χρήστη τα ανευρεθέντα αποτελέσματα με την εξωτερική μορφοποίηση του ιστοτόπου της, συνενώνοντας μεν τις περιπτώσεις επαναλήψεως, πλην όμως κατά σειρά η οποία βασίζεται σε κριτήρια παρεμφερή αυτών που χρησιμοποιεί η μηχανή αναζητήσεως της οικείας βάσεως δεδομένων για να εμφανίσει τα αποτελέσματα.

Η προστασία ειδικής φύσης που χορηγείται από την ως άνω Οδηγία στον κατασκευαστή βάσης που ανέλαβε την πρωτοβουλία και τον κίνδυνο των επενδύσεων εμφανίζεται να έχει διπλή φύση, δεδομένου ότι αφενός λαμβάνει τη μορφή και τα τυπολογικά χαρακτηριστικά ενός απόλυτου quasi ιδιοκτησιακού συγγενικού δικαιώματος και αφετέρου έχει απώτερη προέλευση από το δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού και ειδικότερα από την απαγόρευση του παρασιτικού ανταγωνισμού. Θεμέλια λίθος και σημείο αναφοράς της προστασίας sui generis είναι η προστασία της επένδυσης που καταβλήθηκε κατά τα στάδια της συλλογής, της επαλήθευσης και της διευθέτησης των περιεχομένων (ΕφΑθ 3001/2013).

Το δικαίωμα ειδικής φύσης σε βάσεις δεδομένων δεν είναι απόλυτο ούτε απεριόριστο. Αντιθέτως, περιορίζεται χρονικά από την περάτωση της κατασκευής της βάσης δεδομένων και λήγει δεκαπέντε (15) έτη μετά την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της ημερομηνίας περάτωσης. Στην περίπτωση βάσης δεδομένων η οποία έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού, με οποιονδήποτε τρόπο, πριν από τη λήξη της περιόδου που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, η διάρκεια της προστασίας του δικαιώματος λήγει δεκαπέντε (15) έτη μετά την 1η Ιανουαρίου του έτους το οποίο έπεται της ημερομηνίας κατά την οποία η βάση τέθηκε για πρώτη φορά στη διάθεση του κοινού. Οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση, αξιολογούμενη ποιοτικά ή ποσοτικά, του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων, ιδίως οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση εξαιτίας της διαδοχικής σώρευσης προσθηκών, διαγραφών ή μετατροπών, που έχουν ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι πρόκειται για νέα ουσιώδη επένδυση, αξιολογούμενη ποιοτικά ή ποσοτικά, παρέχει στη βάση που προκύπτει από την επένδυση αυτή δικαίωμα ιδίας διάρκειας προστασίας (άρθρα 45Α § 7 του Ν. 2121/1993 και 10 Οδηγίας 96/9).

Ακόμη ο νόμος περιορίζει ρητά το δικαίωμα ειδικής φύσης για την προαγωγή ορισμένων σκοπών κοινωνικού συμφέροντος. Έτσι, προβλέπεται ότι ο νόμιμος χρήστης της βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί, χωρίς την άδεια του κατασκευαστή της βάσης δεδομένων, να εξάγει ή και/να επαναχρησιμοποιήσει ουσιώδες μέρος του περιεχομένου της : α) όταν πρόκειται για εξαγωγή, για εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο μη εμπορικό σκοπό, β) όταν πρόκειται για εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή για σκοπούς διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας (άρθρα 45Α § 6 του Ν. 2121/1993 καθώς και 9 και 11 Οδηγίας 96/9).

Το δικαίωμα ειδικής φύσης μπορεί να μεταβιβασθεί με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα ή να παραχωρηθεί η εκμετάλλευσή του με άδεια ή σύμβαση (άρθρο  45Α § 2 του Ν. 2121/1993). Ανάλογη εφαρμογή σε σχέση με τέτοιες άδειες / συμβάσεις έχουν τα άρθρα 12 – 17 του Ν. 2121/1993.

Η πρώτη πώληση αντιγράφου μιας βάσης δεδομένων στην Κοινότητα από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του συνιστά ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησης του εν λόγω αντιγράφου στην Κοινότητα (άρθρα 45Α § 2 του Ν. 2121/1993 και 7 § 2 Οδηγίας 96/9).

Νομική Προστασία Δικαιούχου Βάσης Δεδομένων
Σε κάθε περίπτωση προσβολής ή επαπειλούμενης προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή του δικαιώματος ειδικής φύσης σε βάσεις δεδομένων οι νόμιμοι δικαιούχοι μπορούν να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια με αίτημα (άρθρο 65 § 6 του Ν. 2121/1993) :

  1. την αναγνώριση των δικαιωμάτων αυτών,
  2. την άρση της προσβολής,
  3. την παράλειψή της στο μέλλον, και
  4. αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.

Σύμφωνα με τον νόμο η αποζημίωση είναι επαυξημένη, καθώς δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά το νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης στην οποία παρανόμως προέβη ο αντίδικος. Επίσης, αντί για αποζημίωση μπορεί εναλλακτικά να ζητηθεί η καταβολή είτε του ποσού κατά το οποίο ο αντίδικος έγινε πλουσιότερος από την παράνομη εκμετάλλευση του έργου είτε του κέρδους που ο αντίδικος αποκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή.

Σε πολλές περιπτώσεις ενδεδειγμένη είναι και η προσφυγή σε προσωρινή δικαστική προστασία με την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία θα διασφαλίζουν όλα τα παραπάνω δικαιώματα (άρθρο 64 του Ν. 2121/1993).

Βάσεις δεδομένων δύνανται να προστατεύονται δικαστικά και με βάση το δίκαιο των σημάτων ή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, το εμπορικό απόρρητο, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την πρόσβαση σε δημόσια έγραφα.

Νομική Συμβουλή : Σε περίπτωση που είστε δημιουργός ή κατασκευαστής ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων προσβάσιμης μέσω διαδικτύου, εισάγετε ορισμένα δεδομένα σε τυχαία σημεία της βάσης, τα οποία να έχουν τη δυνατότητα να την ταυτοποιούν με μοναδικό τρόπο και να μπορούν πέραν πάσης αμφιβολίας να αποδείξουν τυχόν αντιγραφή της από τρίτους. Επιπλέον, κατοχυρώστε τη βάση δεδομένων σας με κατάλληλους όρους χρήσης, που να καθορίζουν τις επιτρεπτές χρήσεις και να απαγορεύουν όλες τις λοιπές χρήσεις αυτοματοποιημένου ή μη χαρακτήρα. Τέλος, σε περίπτωση αντιγραφής, εξαγωγής ή/και οικονομικής εκμετάλλευσης της βάσης σας από τρίτους, ενώ δεν έχετε παραχωρήσει σχετικό δικαίωμα, προβείτε άμεσα σε κατάθεση αγωγής αλλά και, σε περιπτώσεις, σε ασφαλιστικά μέτρα στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, ζητώντας μεταξύ άλλων επαυξημένη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περισσότερα
Ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την νομική προστασία των βάσεων δεδομένων.
Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
Οδηγία 96/9/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων.
Ν. 2121/1993 με τίτλο «Πνευματική Ιδιοκτησία, Συγγενικά Δικαιώματα και Πολιτιστικά Θέματα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *