Ποινικό Μητρώο : Περιεχόμενο & Προστασία

Η προστασία της ανθρώπινης αξίας επιβάλλει την μέριμνα για την κοινωνική επανένταξη των ποινικά καταδικασθέντων (βλ. αιτιολογική έκθεση του ΒΔ της 4/8 Ιουνίου 1938 «Περί τροποποιήσεως διατάξεων περί ποινικού μητρώου»). Επιπλέον, μία αυστηρή και άτεγκτη απαίτηση απουσίας – και μάλιστα, οποιασδήποτε – ποινικής καταδίκης δύναται να οδηγεί σε απώλεια κάθε δυνατότητας κοινωνικής επανένταξης, ακόμα και στη βάση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας ως αυτοαπασχολούμενου (βλ. υπ’ αρ. 4/2013 γνωμοδότηση ΑΠΔΠΧ, παρ. 16). Περαιτέρω, το δικαίωμα των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων στη λήθη αναγνωρίζεται και στις ρυθμίσεις των άρθρων 575, 576 και 578 ΚΠΔ για το περιεχόμενο και τη χρονική ισχύ των (αντιγράφων) ποινικών μητρώων.

Η κείμενη νομοθεσία προβλέπει τι πρέπει να εμπεριέχει το ποινικό μητρώο του καθενός, πότε εκκαθαρίζονται τυχόν εγγραφές αυτού, ποιες δημόσιες αρχές και πότε έχουν το δικαίωμα πρόσβασης χωρίς την εξουσιοδότηση από το πρόσωπο, το οποίο αυτό αφορά, και ποια είναι τα δικαιώματα του τελευταίου σε σχέση με την αμφισβήτηση / διόρθωση του ποινικού του μητρώου καθώς και έναντι της παράνομης συλλογής και επεξεργασίας αυτού. Ενόψει της σοβαρότητας, που έχουν οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο ποινικό μητρώο, τα παραπάνω ζητήματα αναδεικνύονται σε εξόχως σημαντικά για την ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων των ποινικά καταδικασθέντων και ελέγχονται με βάση το Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Νομικό Πλαίσιο
Ο θεσμός του ποινικού μητρώου προβλέπεται στα άρθρα 573-580 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας [ΚΠΔ]. Η προστασία των δεδομένων των δελτίων ποινικού μητρώου ως ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων προβλέπεται στον Ν. 2472/1997.

Αρμόδια για την τήρηση των δελτίων ποινικού μητρώου και την έκδοση αντιγράφων είναι η υπηρεσία ποινικού μητρώου της εισαγγελίας πρωτοδικών του τόπου γέννησης του προσώπου, στο οποίο αφορά το ποινικό μητρώο (573 § 2 ΚΠΔ). Αρμόδια για την εποπτεία της τήρησης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων κατά την συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από το Δημόσιο, πλην των εισαγγελικών / δικαστικών και διωκτικών αρχών, αλλά και από ιδιώτες είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [ΑΠΔΠΧ].

Περιεχόμενο Δελτίων Ποινικού Μητρώου
Σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής δεδομένα, συνοδευόμενα με ειδική μνεία, αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής (574 § 2 ΚΠΔ) :

  • Οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για κακούργημα ή πλημμέλημα, για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, με τις σχετικές παρεπόμενες ποινές και μέτρα ασφαλείας.
  • Οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για τον περιορισμό νέων σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.
  • Οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων, που ανακοινώθηκαν επίσημα, αν αφορούν πράξη, που χαρακτηρίζεται από την Ελληνική νομοθεσία ως κακούργημα ή πλημμέλημα
  • Οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα, που απαλλάσσουν τον κατηγορούμενο ως ανίκανο για καταλογισμό, με τα αναπληρωματικά της κύριας ποινής μέτρα ασφαλείας, ή λόγω έμπρακτης μετάνοιας, εφ’ όσον και στις δύο τελευταίες περιπτώσεις η απειλούμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
  • Η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης, η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους με ειδικό νόμο, η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση των μέτρων ασφάλειας που έχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 550 και 551 του ΚΠΔ.
  • Η χρονολογία και ο τρόπος απότισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, που επιβλήθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο, εφόσον είναι ανώτερη από τρεις μήνες.
  • Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας.

Δελτίο ποινικού μητρώου παύει να ισχύει και εκκαθαρίζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις (578 § 1 ΚΠΔ) :

  1. Όταν το πρόσωπο, στο οποίο αφορά το ποινικό μητρώο, πεθάνει ή συμπληρώσει το 80ό έτος της ηλικίας του.
  2. Όταν ο ανήλικος συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, προκειμένου για ποινές περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα.
  3. Μετά την πάροδο πέντε ετών από την απότιση της ποινής περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, εφόσον ο ελάχιστος χρόνος περιορισμού δεν υπερβαίνει το έτος, και οκτώ έτη αν το υπερβαίνει, εκτός αν μεσολαβήσει νέα καταδίκη.
  4. Όταν η καταδικαστική απόφαση ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή η πράξη αμνηστευθεί ή με ρητή διάταξη νόμου πάψει να είναι αξιόποινη.
  5. Μετά την πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής, σε περίπτωση χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της ποινής, εφ’ όσον αυτή δεν έχει αρθεί ή ανακληθεί.
  6. Μετά την πάροδο δέκα ετών από την απότιση της ποινής με οποιονδήποτε τρόπο, σε περίπτωση καταδίκης σε χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης μέχρι ένα μήνα, για αδίκημα εκ δόλου ή δύο μήνες για αδίκημα εξ αμελείας, εφ’ όσον ο υπαίτιος δεν έχει καταδικαστεί πάλι για κακούργημα ή πλημμέλημα.

Έκδοση Αντιγράφων Ποινικού Μητρώου Δικαστικής Χρήσης
Οι υπηρεσίες, που τηρούν ποινικό μητρώο, εκδίδουν από αυτό δύο τύπους αντιγράφων : α) το αντίγραφο δικαστικής χρήσης, β) το αντίγραφο γενικής χρήσης (576 § 1 ΚΠΔ). Στο αντίγραφο δικαστικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, εκτός από εκείνα που έχουν παύσει να ισχύουν (576 § 2 ΚΠΔ).

Αντίγραφο ποινικού Μητρώου δικαστικής χρήσης χορηγείται μόνο (577 § 1 ΚΠΔ) :

  1. Στον εισαγγελέα, τον τακτικό ανακριτή ή τον επίτροπο του στρατοδικείου, για δικαστική αποκλειστικά χρήση,
  2. Στους διευθυντές φυλακών και άλλων σωφρονιστικών ή θεραπευτικών καταστημάτων για κρατούμενο που με αμετάκλητη απόφαση εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας ή υποβάλλεται σε μέτρο ασφάλειας,
  3. Στις αλλοδαπές αρχές που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, εφόσον υπάρχει υποχρέωση δικαστικής συνδρομής.
  4. Στις δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικές, στρατιωτικές, στις εκκλησιαστικές αρχές, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε οργανισμούς, σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή σε τράπεζες, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.
  5. Στις αλλοδαπές πρεσβείες ή προξενεία που έχουν διαπιστευθεί στην Ελλάδα για όσους πρόκειται να μεταναστεύσουν.
  6. Για το διορισμό δικαστικών λειτουργών, εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας και των υποψηφίων για την εισαγωγή στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, το οποίο αποστέλλεται απευθείας στο αρμόδιο όργανο.
  7. Για διορισμό σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία ή σε οποοιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, όπως προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία.

Το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου. Τα αυτά ισχύουν σε περίπτωση επανεκδίκασης της υπόθεσης κατ` ουσίαν μετ` αναίρεση (577 § 2 ΚΠΔ).

Σύμφωνα με την ΥΑ ΔΙΑΠ/Α/22863/2006, η αναζήτηση αντιγράφων γενικής ή δικαστικής χρήσης ενώπιον Υπουργείων, δημοσίων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διενεργείται υποχρεωτικά από την αρμόδια για την έκδοση διοικητικής πράξης υπηρεσία, χωρίς να απαιτείται σχετική εξουσιοδότηση του ενδιαφερόμενου, και το σχετικό αντίγραφο διαβιβάζεται υπηρεσιακά στην αρμόδια αρχή.

Έκδοση Αντιγράφων Ποινικού Μητρώου Γενικής Χρήσης
Στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, εκτός από εκείνα : (α) που αναγράφουν χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών, (β) που αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών, (γ) που αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών (576 § 3 ΚΠΔ). Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την απότιση της ποινής. Αν επήλθε μεταγενέστερη καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την απότιση της νέας ποινής (576 § 4 ΚΠΔ).

Η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε και όταν : α) μετατράπηκε σε χρηματική, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής, β) χαρίστηκε, από την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος, γ) χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας (576 § 5 ΚΠΔ). Αν η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι πιο πάνω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της (576 § 6 ΚΠΔ).

Κατ` εξαίρεση, όταν πρόκειται για πρώτη καταδίκη ή για καταδίκη, που αφορά (α) έγκλημα από αμέλεια ή (β) έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, οι παραπάνω προθεσμίες μπορούν να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου (576 § 7 ΚΠΔ). Η σύντμηση παρέχεται, αν υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον.

Το αντίγραφο γενικής χρήσης χορηγείται :

  • Στο ίδιο το πρόσωπο, στο οποίο αφορά το ποινικό μητρώο.
  • Σε δημόσιες αρχές και υπηρεσίες, επαγγελματικές ενώσεις, εφόσον προβλέπεται σε διάταξη νόμου ότι το αντίγραφο γενικής χρήσης αποτελεί προαπαιτούμενο δικαιολογητικό για την ολοκλήρωση κάποιας ενέργειας (Αριθμ. ΔΙΑΔΠ/Α/22863, ΦΕΚ 1551/Β/23-10-2006).
  • Σε διαπιστευμένες αλλοδαπές πρεσβείες ή προξενεία για όσους Έλληνες πρόκειται να μεταναστεύσουν.

Όταν ο νόμος δε διευκρινίζει ποιος τύπος αντιγράφου απαιτείται, παρέχεται αντίγραφο γενικής χρήσης (άρθρο 575 ΚΠΔ).

Η Εξαίρεση της Διαδικασίας Τήρησης του Ποινικού Μητρώου από τον Ν. 2472/1997
Κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς με τυπικό νόμο ή κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης με διάταγμα, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημόσιου συμφέροντος, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη θίγουν τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος. Αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει δεχθεί, ιδίως κατά την ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ότι οποιαδήποτε επέμβαση (περιορισμός) στην ιδιωτική ζωή του ατόμου από τη δημόσια εξουσία πρέπει να προβλέπεται σε νόμο, που φέρει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της προσβασιμότητας (accessibility) και της προβλεψιμότητας των συνεπειών του (foreseeability). Η νομολογία αυτή απηχεί την αρχή της νομιμότητας, που διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης, υπό την έννοια ότι η αρμοδιότητα των δημόσιων αρχών πρέπει να προβλέπεται από νόμο και να ασκείται σύμφωνα με το νόμο.

Με την τροποποίηση του Ν. 2472/1997 από τον Ν. 3625/2007 ορίστηκε πως οι προστατευτικές περί προσωπικών δεδομένων διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται από τις δικαστικές / εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο και ιδίως εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δημόσιας τάξης, ως και τελουμένων σε βάρος ανηλίκων θυμάτων (άρθρο 3 § 2 β’ του Ν. 2472/1997).

Το Σύνταγμα προβλέπει ότι : «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει» (9Α Σ). Με τον τρόπο αυτόν το Σύνταγμα θεσπίζει το ατομικό δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, εγκαθιδρύοντας τη σύστοιχη συνταγματική υποχρέωση του κράτους να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια παρανόμως προσβάλλει το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα. Τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, που προβλέπονται στο Σύνταγμα, θεσπίζονται έναντι του κράτους και έχουν κατά κανόνα τις κρατικές αρχές ως αποδέκτη της υποχρέωσης τήρησής τους. Ο εκτελεστικός του συντάγματος νόμος ως προς το άρθρο 9Α είναι ο Ν. 2472/1997. Η παραπάνω διάταξη νόμου εξαίρεσε τις δικαστικές / εισαγγελικές καθώς και τις αστυνομικές και λοιπές διωκτικές αρχές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων και, ως εκ τούτου, περιόρισε το θεμελιώδες δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό. Η συνταγματικότητα της διάταξης αυτής είναι αμφίβολη. Η καθολική εξαίρεση του στενού πυρήνα του κράτους από την τήρηση του Ν. 2472/1997, χωρίς μάλιστα να προβλέπεται ειδικότερη νομοθεσία για τις δικαστικές / εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ουσιαστικά θίγει το ατομικό δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού στον πυρήνα του, αφού εξαιρεί από την υποχρέωση σεβασμού του εν λόγω δικαιώματος τους κύριους αποδέκτες της.

Ακολούθως, το άρθρο 3 § 2 β’ του Ν. 2472/1997 ότι σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την συλλογή και επεξεργασία τους από τις δικαστικές / εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, δηλαδή του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής δικονομίας. Στην περίπτωση της τήρησης του ποινικού μητρώου πρόκειται για τα άρθρα 573-580 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, τα οποία ωστόσο δεν περιλαμβάνουν διατάξεις επαρκώς προστατευτικές για το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθορισμού, όπως επιτάσσει η διεθνής προστασία του συγκεκριμένου ανθρώπινου δικαιώματος. Σημειώνεται εδώ ότι η Ελληνική Αστυνομία τηρεί δικό της ανεξάρτητο αρχείο με πληροφορίες για συλλήψεις και καταδικαστικές αποφάσεις φυσικών προσώπων, το οποίο ως εκ τούτου τελεί ουσιαστικά σε κενό προστατευτικών διατάξεων δικαίου, αφού ως προς αυτό δεν εφαρμόζονται ούτε τα άρθρα 573-580 ΚΠΔ.

Το Ποινικό Μητρώο ως Ευαίσθητο Προσωπικό Δεδομένο
Ως ευαίσθητα ορίζονται τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων (άρθρο 2 § β του Ν. 2472/1997).

Τα αντίγραφα ποινικού μητρώου εμπεριέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Σύμφωνα με τα άρθρα 573-580 ΚΠΔ και τις ειδικότερες διατάξεις νόμων αντίγραφο γενικής χρήσης του ποινικού τους μητρώου έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν μόνο τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία αυτό αφορά. Αντίθετα, ιδιώτες τρίτοι, όπως εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, κατ’ αρχάς δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα επεξεργασίας. Επιπλέον, η επεξεργασία αντιγράφων ποινικού μητρώου από το Δημόσιο, πλην των εισαγγελικών / δικαστικών και διωκτικών αρχών, αλλά και από ιδιώτες εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/1997.

Η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων απαγορεύεται (άρθρο 7 § 1 του Ν. 2472/1997). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, εφόσον η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (άρθρο 7 § 2 γ’ του Ν. 2472/1997).

Για ορισμένες θέσεις εργασίας είναι απαραίτητη η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων που αφορούν τις ποινικές διώξεις και καταδίκες ενός προσώπου. Επισημαίνεται πάντως ότι η συλλογή και επεξεργασία είναι θεμιτή και νόμιμη μόνο εφόσον το είδος των δεδομένων αυτών συνδέεται άμεσα με την συγκεκριμένη απασχόληση και είναι απολύτως απαραίτητα για τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης στο συγκεκριμένο πλαίσιο (π.χ. ποινικό μητρώο για εργαζόμενους που διαχειρίζονται χρήματα, για εκπαιδευτικούς κλπ.) Λόγω της φύσεως των δεδομένων αυτών και του βαθμού προσβολής που ενέχει η χρήση τους, αυτά πρέπει να συλλέγονται απευθείας και μόνον από τον εργαζόμενο ή τον υποψήφιο (βλ. υπ’ αρ. 115/2001 Οδηγία της ΑΠΔΠΧ).

Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει σαφής, ρητή και ειδική νομοθετική πρόβλεψη για την απουσία ποινικής καταδίκης για συγκεκριμένα εγκλήματα, η συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από υποψήφιους προς εργασία ή προς κατάληψη θέσης σχετικά με απουσία ποινικής καταδίκης τέτοια συλλογή και επεξεργασία είναι δυνατό να γίνει ανεκτή μόνο εφόσον συντρέχει η εξαίρεση του άρθρου 7 § 2 γ’ του Ν. 2472/1997. Προκειμένου, ωστόσο, να πληρούται και η θεμελιώδης αρχή της αναλογικότητας των δεδομένων εν όψει του προβαλλόμενου σκοπού επεξεργασίας, δηλαδή τη διαφύλαξη των εννόμων συμφερόντων της εργοδότριας εταιρείας, πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις (βλ. υπ’ αρ. 4/2013 Γνωμοδότηση της ΑΠΔΠΧ) :

  • Οι πληροφορίες σχετικά με την απουσία ποινικής καταδίκης πρέπει να συλλέγονται απευθείας και μόνον από τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο εργαζόμενο ή υποψήφιο.
  • Αποκλείεται η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία αντιγράφων ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, καθόσον υπερβαίνει τον προβαλλόμενο σκοπό επεξεργασίας. Και τούτο, ιδίως διότι τοιαύτη επεξεργασία δύναται να αποκαλύψει την ύπαρξη ποινικών καταδικών, που δεν έχουν σχέση με την κύρια οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρείας, ως υπευθύνου επεξεργασίας.
  • Επιτρέπεται η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία υπεύθυνων δηλώσεων από τους υποψήφιους προς εργασία ή κατάληψη θέσης, με τις οποίες θα δηλώνεται η απουσία ποινικών καταδικών για συγκεκριμένα εγκλήματα, που έχουν σχέση με την κύρια οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρείας, ως υπευθύνου επεξεργασίας (ήτοι οικονομικά εγκλήματα, όπως κλοπή, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, λαθρεμπορία).
  • Η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων επιτρέπεται όχι για όλες τις κατηγορίες προσωπικού, αλλά μόνο για εκείνες που έχουν σχέση με την κύρια οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρείας, ως υπευθύνου επεξεργασίας, όπως τα καθήκοντα των εργαζομένων των κατηγοριών αυτών προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας τους και καθορίζουν το κύριο επάγγελμά τους.
  • Ο χρόνος τήρησης των δεδομένων για τους ήδη εργαζομένους πρέπει να προσδιοριστεί στα πέντε έτη από τη λήξη της εργασιακής σχέσης, ενώ για τους υποψήφιους προς εργασία στους έξι μήνες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσληψης (ανακοίνωση προσληφθέντων).

Διαδικασία Αμφισβήτησης / Διόρθωσης Εσφαλμένων Εγγραφών
Κάθε αμφισβήτηση σχετική με τις διατάξεις του νόμου αυτού επιλύεται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου της γέννησης του ενδιαφερομένου και όταν πρόκειται για πρόσωπα που γεννήθηκαν στο εξωτερικό, του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Αθηνών (άρθρο 580 § 1 ΚΠΔ).

Ο ενδιαφερόμενος μπορεί μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση σε αυτόν της παραπάνω διάταξης να προσφύγει στο οικείο συμβούλιο πλημμελειοδικών, που αποφαίνεται αμετάκλητα (άρθρο 580 § 2 ΚΠΔ). Το συμβούλιο πλημμελειοδικών αποφασίζει αμετάκλητα, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, τη διόρθωση στο δελτίο ποινικού μητρώου είτε εσφαλμένης εγγραφής είτε των στοιχείων της ταυτότητας του προσώπου που αφορά το δελτίο. Αν η αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης εγγραφής υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών οφείλει να ερευνήσει τη βασιμότητά της με κάθε μέσο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω ανακριτικού υπαλλήλου (άρθρο 580 § 3 ΚΠΔ).

Αστικές Κυρώσεις
Δημόσια αρχή, που δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης, ή ιδιώτης που διατηρεί αρχείο με αντίγραφο ποινικού μητρώου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της ΑΠΔΠΧ και προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον (άρθρο 23 § 1 του Ν. 2472/1997).

Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη (άρθρο 23 § 2 του Ν. 2472/1997).

Ποινικές Κυρώσεις
Υπάλληλος, ο οποίος λόγω των καθηκόντων του έχει πληροφορηθεί το περιεχόμενο δελτίων ποινικού μητρώου και το ανακοινώνει σε πρόσωπο που δεν δικαιούται να λάβει γνώση, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη. Ως ανακοίνωση θεωρείται και η χορήγηση αντιγράφου ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης αντί για αντίγραφο ποινικού Μητρώου γενικής χρήσης. Αν η παραπάνω πράξη έγινε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες (άρθρο 579 § 1 ΚΠΔ).

Δημόσια αρχή, που δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης, ή ιδιώτης που διατηρεί αρχείο με αντίγραφο ποινικού μητρώου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της ΑΠΔΠΧ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (άρθρο 22 § 2 του Ν. 2472/1997).

Νομική Συμβουλή : Υπό προϋποθέσεις μπορείτε να αιτηθείτε από τον αρμόδιο εισαγγελέα τη σύντμηση στο μισό του χρόνου εμφάνισης καταδίκης ή να αμφισβητήσετε τυχόν λανθασμένες εγγραφές στο ποινικό σας μητρώο. Σε περίπτωση που ιδιώτης αποκτά πρόσβαση στο ποινικό σας μητρώο χωρίς σχετική άδεια από την ΑΠΔΠΧ, έχετε δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Περισσότερα
Εθνικό Ποινικό Μητρώο.
Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Άρθρα 573-580 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας.
Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Ν. 2472/1997 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Η υπ’ αρ. 4/2013 Γνωμοδότηση της ΑΠΔΠΧ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *