Για Χρήστες του Διαδικτύου

Τα ιστολόγια (blogs) είναι ιστότοποι έκφρασης γνώμης και διεξαγωγής συζητήσεων. Αποτελούν πολύτιμα εργαλεία της κοινωνίας της πληροφορίας, μέσω των οποίων δίνεται η δυνατότητα σε κάθε χρήστη να εκφράζει γνώμες και, γενικότερα, να αναρτά περιεχόμενο στο διαδίκτυο ελεύθερα προσβάσιμο σε τρίτους. Μέσω αυτών δίνεται επίσης η δυνατότητα διάδρασης και διαπροσωπικής συζήτησης μεταξύ χρηστών μέσω της ανάρτησης σχολίων σε διαδικτυακές καταχωρήσεις του διαχειριστή του εκάστοτε ιστολογίου.

Εντούτοις, η ελευθερία έκφρασης μέσω των ιστολογίων δεν περιλαμβάνει την ελευθερία εξύβρισης, συκοφαντικής δυσφήμισης ή άλλων αξιόποινων προσβολών της τιμής και της υπόληψης τρίτων προσώπων. Συνεπώς, η φαινομενική ευκολία διάπραξης και η υπαρκτή δυσχέρεια καταστολής τέτοιων προσβολών δε συνεπάγεται το ότι η τιμώρηση των εγκλημάτων κατά της τιμής βρίσκει τα όριά της στο διαδίκτυο, αφού το κράτος δεν εξαιρεί τον κυβερνοχώρο από το ρυθμιστικό του πεδίο.

Ορισμός
Τα ιστολόγια (blogs) είναι διαδικτυακά ημερολόγια που περιλαμβάνουν υπερζεύξεις  (hyperlinks) και καταχωρήσεις απόψεων, έχουν δε ως «βασική μονάδα» τους τις καταχωρήσεις και όχι τις εκάστοτε «σελίδες» (pages), όπως συμβαίνει με τους ιστότοπους (websites). Ο κάτοχος – διαχειριστής του διαδικτυακού ημερολογίου (blogger), ο οποίος μπορεί να είναι επώνυμος, ανώνυμος ή με ψευδώνυμο,  καταγράφει, ανακοινώνει και καταθέτει τις απόψεις του σε αυτό για διάφορα ζητήματα. Τα ιστολόγια είναι δυνατό να συνδέονται με άλλους ιστότοπους, ιστοσελίδες και blogs και να επιτρέπουν στους χρήστες -αναγνώστες τους να απαντήσουν στις απόψεις του γράφοντος, ανακοινώνοντας στο ίδιο ιστολόγιο τα δικά τους σχόλια, που είναι επίσης αναγνώσιμα από όλους τους τρίτους χρήστες του διαδικτύου. Τα ιστολόγια συντηρούνται από τους χρήστες τους (bloggers). Είναι διαδραστικά μέσα, που διαφέρουν από τις ιστοσελίδες, τις οποίες διατηρούν στο διαδίκτυο τα μέσα ενημέρωσης, γιατί η διαμόρφωση του περιεχομένου τους δεν αποφασίζεται μόνο από τους κατόχους – διαχειριστές τους αλλά από όλους τους χρήστες – αναγνώστες του εκάστοτε ιστολογίου. Τα διαδικτυακά ημερολόγια συνδέονται μεταξύ τους στενά και έτσι έχουν αναπτύξει το δικό τους πολιτισμό, ενώ για τον χαρακτηρισμό όλων των ημερολογίων του ιστού, ως κοινότητας και ως κοινωνικού δικτύου χρησιμοποιείται ο όρος «blogosphere». Στη συνείδηση των χρηστών του διαδικτύου, τα ιστολογία έχουν τη θέση του μέσου, όπου η ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται στην απόλυτη μορφή της (ΕφΘρακ 91/2012).

Η Δημιουργία Ιστολογίων ως Δικαίωμα στην Κοινωνία της Πληροφορίας
Κατ’ αρχάς, η δημιουργία και διαχείριση ιστολογίων καθώς και η δημοσίευση έργων λόγου και τέχνης στο διαδίκτυο αποτελούν νόμιμα δικαιώματα, και πιο συγκεκριμένα, αναγνωρίζονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως εκφάνσεις –τουλάχιστον – των ακόλουθων θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών :

  • Της ελευθερίας έκφρασης, που περιλαμβάνει το δικαίωμα της διαμόρφωσης, της κατοχής, της έκφρασης, της διάδοσης, της λήψης ή ακόμα και της αποσιώπησης μίας γνώμης και θεμελιώνει αξίωση με αρνητικό περιεχόμενο για αποχή της κρατικής εξουσίας από επεμβάσεις στην παρεμπόδιση της άσκησης της ελευθερίας αυτής (14 § 1 Σ, 10 § 1 ΕΣΔΑ, 19 § 2 ΔΣΑΠΔ, 11 ΧΘΔΕΕ).
  • Της ελευθερίας πληροφόρησης στην ενεργητική της μορφή, δηλαδή του δικαιώματος του πληροφορείν, που θεμελιώνει αξίωση με αρνητικό περιεχόμενο για αποχή της κρατικής εξουσίας από επεμβάσεις στην παρεμπόδιση της άσκησης της ελευθερίας αυτής, λειτουργώντας όμως και ως πολιτικό δικαίωμα με ενεργητικό περιεχόμενο, καθώς διευκολύνει το σχηματισμό της πολιτικής βούλησης και εγγυάται τη συνειδητή συμμετοχή των πολιτών στον έλεγχο της εξουσίας (5Α § 1 Σ).
  • Του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας, το οποίο περιλαμβάνει την αξίωση πρόσβασης τόσο στην υλικοτεχνική υποδομή της κοινωνίας της πληροφορίας όσο και στην ίδια την πληροφορία που διακινείται ηλεκτρονικά και το οποίο θεμελιώνει την υποχρέωση αποχής του κράτους από ενέργειες που περιορίζουν την απρόσκοπτη πρόσβαση και συμμετοχή των ατόμων στα αγαθά και τις εφαρμογές της κοινωνίας της πληροφορίας, ενώ από την άλλη δεσμεύει το κράτος σε θετικές ενέργειες με σκοπό την κατ’ αρχήν ισότιμη πρόσβαση όλων σε αυτήν (5Α § 2 Σ). Όπως έχει άλλωστε κριθεί και από τον ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την ελευθερία της έκφρασης, η πρόσβαση στις πληροφορίες μέσω διαδικτύου είναι ουσιώδης σε μια δημοκρατική κοινωνία (Report of the Special Rapporteur on the promotion and protection of the right to freedom of opinion and expression, UN Doc. A/66/290 της 10ης Αυγούστου 2011, σημείο 87).

Η δημιουργία και διαχείριση ιστολογίων δύναται επίσης να ασκείται και ανώνυμα / ψευδώνυμα. Η ελευθερία της ανώνυμης / ψευδώνυμης διαδικτυακής έκφρασης κρίνεται άξια προστασίας, καθώς η υποχρεωτικά επώνυμη έκφραση ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά το περιεχόμενο του μηνύματος καθώς και να οδηγεί σε περιορισμό της πολυμορφίας του δημοσίου διαλόγου εξαιτίας πιθανών δυσμενών συνεπειών στο πρόσωπο του εκφέροντος γνώμη. Η προστασία από το κράτος της ανώνυμης / ψευδώνυμης έκφρασης θεμελιώνεται επίσης στην θεσμική εγγύηση της ελεύθερης και πλουραλιστικής πληροφόρησης, η οποία δύναται να περιοριστεί σημαντικά, αν η ενάσκηση της ελευθερίας έκφρασης καταστεί υποχρεωτικά επώνυμη. Περαιτέρω, η ανώνυμη χρήση του διαδικτύου αποτελεί σήμερα ένα από τα μέσα άμυνας του πολίτη από τις επιθέσεις στην ιδιωτική του ζωή (βλ. και Σύσταση R (99) του Συμβουλίου της Ευρώπης). Κατά συνέπεια, η προστασία του δικαιώματος στην ανώνυμη / ψευδώνυμη δημιουργία και διαχείριση ιστοτόπων και ιστολογίων είναι σημαντικό μέσο για την αυτοπροστασία του ατόμου από την παρακολούθησή του και, τελικά, την προσβολή του εννόμου του αγαθού στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό.

Ιστολόγια & Εγκλήματα κατά της Τιμής
Το δικαίωμα στη δημιουργία και διαχείριση ιστολογίων δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα αλλά υπόκειται σε περιορισμούς. Έτσι, τελεί υπό την γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου και οριοθετείται ρητώς από περιορισμούς, που θεσπίζονται με τυπικό νόμο, δικαιολογούνται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων, και είναι απολύτως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Συνεπώς, το δικαίωμα στη δημιουργία και διαχείριση ιστολογίων δε μπορεί παρά να βρίσκει τα όρια του, στις περιπτώσεις που το φιλοξενούμενο σε ιστολόγια διαδικτυακό περιεχόμενο, έστω και αν έχει αναρτηθεί από τρίτα πρόσωπα, προσβάλλει παρανόμως την τιμή και την υπόληψη τρίτων, όπως συμβαίνει όταν μέσω του φιλοξενούμενου περιεχομένου τελούνται εγκλήματα κατά της τιμής (361 επ. ΠΚ). Έχει λοιπόν κριθεί ότι η τιμώρηση των εγκλημάτων κατά της τιμής, ακόμα και όταν διαπράττονται στο διαδίκτυο, συνιστά θεμιτό περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης (ΠΠρΠειρ 27/2009, ΔιΜΕΕ 2009 : 65).

Τέτοια εγκλήματα προσβάλλουν το έννομο αγαθό της τιμής και της υπόληψης, που αποτελεί έκφανση της προσωπικότητας κάθε προσώπου. Συγκεκριμένα, ως προσωπικότητα νοείται το πλέγμα των αγαθών που συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο και συγκροτούν τη σωματική, ψυχική και κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις – εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, σε τρόπο ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Μεταξύ των κυριοτέρων εκδηλώσεων της προσωπικότητας περιλαμβάνονται η τιμή και η υπόληψη, δηλαδή η ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας και η οποία έχει ως πηγή την ατομικότητά του.

Ιστολόγια & Εγκλήματα δια του Τύπου
Σύμφωνα με το Σύνταγμα καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους (14 § 1 Σ). Περαιτέρω, ο Τύπος είναι ελεύθερος, ενώ η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται (14 § 2 Σ).

Ο Τύπος επιτελεί τα κοινωνικά λειτουργήματα της πληροφόρησης και της σύμπραξης για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Εντούτοις, αποτελεί κοινωνική λειτουργία, που σωρεύει σημαντική εξουσία στις σύγχρονες κοινωνίες, έχοντας χαρακτηριστεί, όχι αδίκως, ως τέταρτη εξουσία. Στα πλαίσια αυτά, ο Τύπος κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα, υπάγεται όμως σε ειδικό νομοθετικό καθεστώς που διασφαλίζει από τη δράση του την προστασία άλλων έννομων αγαθών, όπως της τιμής, της υπόληψη και, γενικότερα, της προσωπικότητας του καθενός. Το νομικό αυτό πλαίσιο προβλέπει αυξημένες ευθύνες προστασίας της τιμής και της υπόληψης για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και, έτσι, διαφοροποιείται από τους γενικούς κανόνες προστασίας της προσωπικότητας, που εφαρμόζονται σε καταχρήσεις της ελευθερίας έκφρασης διεξαγόμενες με μέσα και τρόπους, που δε φέρουν την ιδότητα του Τύπου. Προκύπτει λοιπόν ζήτημα αν τα ιστολόγια υπάγονται στην έννοια του Τύπου και, επομένως, οι διαχειριστές τους φέρουν αυξημένες ευθύνες κατά την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης μέσω αυτών. Ορθώς η απάντηση της Ελληνικής νομολογίας είναι αρνητική. Τα ιστολόγια αποτελούν κατά κανόνα πεδίο ανταλλαγής προσωπικών απόψεων μεταξύ ενδιαφερόμενων και, επομένως, δε σωρεύουν την κοινωνική εξουσία, που παρατηρείται σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, και αποτελεί τον δικαιοπολιτικό σκοπό της επιβολής αυξημένων εγγυήσεων στη λειτουργία του Τύπου.

Ειδικά, η νομοθεσία περί Τύπου έχει ως εξής :

  1. Αντικειμενική Ευθύνη Ιδιοκτήτη Εντύπου – Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, οι οποίες υπαιτίως προξενήθηκαν με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια, συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή τον διευθυντή σύνταξης του εντύπου (άρθρο 1 § 1 του Ν 1178/1981).
  2. Ελάχιστο Όριο Χρηματικής Ικανοποίησης για Ηθική Βλάβη – Ως ελάχιστο όριο της χρηματικής ικανοποίησης του ζημιωθέντος από την παραπάνω πράξη καθορίζεται, εφόσον αυτή τελέστηκε διά του τύπου, κατά την κρίση του Δικαστή, όχι κατώτερο των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών, ειδικά δε προκειμένου για εφημερίδες ως κατώτατο όριο καθορίζεται το ποσό των 10.000.000 δρχ. (29.000,00 ευρώ) για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων εφημερίδων και το ποσό των 2.000.000 δρχ. (5.900,00 ευρώ) για τις άλλες εφημερίδες, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία (άρθρο 1 § 2 του Ν 1178/1981).
  3. Εις Ολόκληρον Ευθύνη – Για τυχόν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας τρίτου μέσω δημοσιεύματος ο ιδιοκτήτης, εκδότης, διευθυντής και συντάκτης ευθύνονται εις ολόκληρον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 926 του ΑΚ (ΑΠ 853/2008, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 782/2005 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ), κατά την οποία «Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία». Εντούτοις, το ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης εφαρμόζεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για τον οποίο καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη, αφού ο συντάκτης του επιλήψιμου δημοσιεύματος, ο εκδότης του εντύπου, αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη, και ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57,59,914,919,920,932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 του ΠΚ (ΑΠ 1573/2005 ΕλλΔνη 2006,840, ΑΠ 1462/2005 ΕλλΔνη 2006,187, ΑΠ 387/2005 ΕλλΔνη 2006,168, ΑΠ 1505/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 389/2004 ΕλλΔνη 2005,1714, ΑΠ 1252/2003 ΕλλΔνη 2005,486, ΑΠ 1267/2003 ΕλλΔνη 2005,490). Εντούτοις, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει, για οποιοδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη παραγωγού, δημοσιογράφου, συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής κ.λπ., δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του εκδότη, δηλαδή του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρίας, δεν θεμελιώνεται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης εκείνου που ενδεχομένως έχει προσβληθεί (ΑΠ 1904/2008 ΕλλΔνη 2010,781), ενώ δεν θεμελιώνεται τέτοια αξίωση κατά του σχολιαστή εκπομπής, εκτός αν πρόκειται για εκπομπή που παρουσιάζει αυτός (ΑΠ 366/2011 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ).
  4. Αντικειμενική Ευθύνη Ιδιοκτήτη Ραδιοτηλεοπτικού Μέσου – Στο άρθρο μόνο του Ν 1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, στα δε κατά το Ν 1178/1981 «δημοσιεύματα» περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Συνακόλουθα, προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως «εκδότης» νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως «διευθυντής» ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος των ειδήσεων, ως «συντάκτης» δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής (άρθρο 4 § 10 του Ν. 2328/1995).
  5. Λοιπές Υποχρεώσεις Ραδιοτηλεοπτικών Μέσων – Οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται (άρθρο 3 § 1 β΄ του Ν. 2328/1995). Περαιτέρω, η μετάδοση των γεγονότων μέσω σταθμών πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης. Τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζονται με προσοχή και αίσθημα ευθύνης, ώστε να μην δημιουργούν υπέρμετρη ελπίδα, σύγχυση ή πανικό στο κοινό (άρθρο 5 § 1 του ΠΔ 77/2003). Πληροφορίες, που δεν έχουν ελεγχθεί, δεν πρέπει να μεταδίδονται (άρθρο 8 § 1 του ΠΔ 77/2003). Ειδήσεις και σχόλια, κρίσεις ή απόψεις πρέπει να διακρίνονται με τρόπο σαφή. Υποθέσεις ή πιθανολογήσεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως γεγονότα (άρθρο 15 § 1 του ΠΔ 77/2003).
  6. Αυτόφωρη Διαδικασία – Για τα αδικήματα, που τελούνται δια του τύπου, ακολουθείται πάντοτε η διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρο 242 § 4 ΚΠΔ).
  7. Ταχεία Εκδίκαση Αγωγών με τη Διαδικασία των Εργατικών Διαφορών – Πάσης φύσεως διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων εκδικάζονται από τα καθ’ ύλην αρμόδια δικαστήρια με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 681 δ’ § 1 ΚΠολΔ). Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων στη συζήτηση της υποθέσεως είναι είκοσι (20) ημέρες. Ορίζεται υποχρεωτικώς δικάσιμος που να μην απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση του δικογράφου στο δικαστήριο. Η συζήτηση στο ακροατήριο τελειώνει σε μια δικάσιμο και το δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την απόφασή του μέσα σε ένα (1) μήνα από τη συζήτηση της υποθέσεως. Οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Απόφαση για διεξαγωγή αποδείξεως δεν εκδίδεται.  (Αναβολή συζητήσεως επιτρέπεται μόνο μία φορά και λόγω σοβαρού κωλύματος που πρέπει να πιθανολογηθεί). Η αναβολή γίνεται με επισημείωση στο πινάκιο και δενμπορεί να υπερβεί τις τριάντα (30) ημέρες (άρθρο 681 δ’ § 4 ΚΠολΔ).
  8. Η Εφαρμογή από τον Δικαστή της Αρχής της Αναλογικότητας κατά τον Υπολογισμού της Χρηματικής Ικανοποίησης – Οι προαναφερόμενες διατάξεις, κατά τις οποίες η χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για εγκλήματα που τελέστηκαν διά του τύπου ορίζεται σε ορισμένο κατώτατο όριο, σκοπό έχουν να διασφαλίσουν μία ελάχιστη προστασία των πολιτών, από ιδιαίτερα έντονες, εκ της μεγάλης δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και είναι σύμφωνες, με την εκ του άρθρου 2 § 1 επιταγή του Συντάγματος, για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ως πρωταρχικής υποχρέωσης της πολιτείας. Αποτελεί δε άσκηση, της παρεχόμενης από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγματος, εξουσίας του νομοθέτη, δικαιούμενου κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό κυρώσεων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια ή και τα δύο μαζί, κατ’ αφηρημένη αξιολόγηση, μέσα στα οποία υποχρεούται να κινηθεί ο Δικαστής, κατά την εξειδίκευση του κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να συνιστά και ανεπίτρεπτη, κατά την § 3 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, επέμβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του Δικαστή. Κατά την άσκηση δηλαδή της εξουσίας αυτής, ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει, τόσο τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, εξαιτίας αστικού ή ποινικού αδικήματος, όσο και τη μορφή τους, καθώς και ελάχιστο, στην περίπτωση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, με τον καθορισμό πλαισίου των στερητικών της ελευθερίας και των χρηματικών ποινών. Δικαιούται όμως παράλληλα και υποχρεούται και το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, να ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του προβλεπόμενου από το νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζεται, η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια της «αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού» και σε περίπτωση παραβιάσεώς της, εν όψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδος και βαρύτητα της προσβολής, εκτάσεως της δημοσιότητας, βαθμού υπαιτιότητας και κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των μερών), να μην εφαρμόσει τη διάταξη για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης. Η αρχή της αναλογικότητας, διέπει το σύνολο της εννόμου τάξεως, γίνεται δε πλέον αναφορά περί αυτής και στο άρθρο 25 § 1 εδ. 2 του Συντάγματος (όπως ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια της αδυναμίας του κοινού νομοθέτη, να θεσπίζει κυρώσεις, που καθίστανται στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρμετρες και δυσανάλογες, εν αναφορά προς το μέγεθος της προσβολής του συγκεκριμένου έννομου αγαθού, του οποίου επιδιώκεται η προστασία, πράγμα που ερευνάται δικαστικά, κατά τον έλεγχο της Συνταγματικότητας του νόμου (ΑΠ 195/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1183/2006 ΕλλΔνη 2006,1444, ΑΠ 1462/2005 ό.π. (ΕλλΔνη 2006,187), ΑΠ 387/2005 ό.π. (ΕλλΔνη 2006,1680), ΑΠ 1020/2004 ΕλλΔνη 2005,490).

Οι παραπάνω διατάξεις περί εγκλημάτων δια του τύπου εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (Internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων. Και αυτό δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπιση τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από την λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (βλ. και ΕφΔωδ 220/2013, ΕφΔωδ. 36/2011, δημ. Νόμος, ΕφΠειρ. 680/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑ6.8962/2006 Δημ. Νόμος)

Εντούτοις, κριτήριο για την εφαρμογή των περί τύπου διατάξεων και στα κείμενα που δημοσιεύονται στα διαδικτυακά ημερολόγια, δεν είναι μόνο το αντικειμενικό γεγονός ότι κείμενα δημοσιευμένα σε αυτά έχουν παραχθεί με μηχανική ή φυσικοχημική ή ηλεκτρονική διαδικασία κατάλληλη για την παραγωγή σημαντικού αριθμού αντιτύπων. Θα πρέπει επιπλέον και η κατά προορισμό χρήση τους να είναι η διάδοση, γεγονός που, κατά κανόνα δεν συντρέχει στα διαδικτυακά ημερολόγια. Ο σκοπός λοιπόν της δημιουργίας και ο προορισμός της λειτουργίας των blogs, ιδίως όσων δεν έχουν ειδησεογραφικό περιεχόμενο, δεν είναι η διάδοση πληροφοριών με σκοπό τη μαζική ενημέρωση, στοιχείο απαραίτητο για τον χαρακτηρισμό ενός εντύπου (γραπτού ή ηλεκτρονικού) ως τύπου, αλλά η ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, σκέψεων και αναλύσεων, μέσω ενός μηχανισμού δυναμικής επικοινωνίας και με τη χρήση ενός μέσου που λόγω της φύσεως του έχει μεν πράγματι ως άμεσο και αναγκαίο επακόλουθο να καθίσταται το περιεχόμενο των κειμένων τους προσβάσιμο σε απεριόριστο αριθμό ατόμων, δίχως όμως αυτό να αποτελεί τον αυτοσκοπό του διαχειριστή και κατόχου τους ως και των αναγνωστών τους (ΜΠΑ 11339/2012).

Συνεπώς, στα διαδικτυακά ημερολόγια τα κείμενα, που καταχωρούνται, είναι υπό συνθήκες προσιτά σε απεριόριστο αριθμό ατόμων, πλην όμως αξιολογικά σπουδαιότερη και νομικά κρισιμότερη στην προκειμένη περίπτωση είναι η υφιστάμενη μεταξύ αυτών διαφορά, ως προς το γεγονός ότι στις μεν περί Τύπου διατάξεις απαιτείται σκοπός και προορισμός του κειμένου προς διάδοση και μαζική ενημέρωση προϋπόθεση που, ως προαναφέρθηκε, απουσιάζει από τη δημιουργία και τη λειτουργία των ιστολογιών (ΜΠΑ 11339/2012). Επομένως, στην έννοια του τύπου δεν μπορεί να εμπίπτουν τα ιστολόγια, καθώς η παρουσίαση ενός ιστολογίου στο διαδίκτυο δεν εμπίπτει προφανώς στην έννοια του εντύπου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λειτουργικό του ισοδύναμο. Αξίζει να αναφερθεί ότι και στη Γερμανική επιστήμη γίνεται δεκτό ότι η συνταγματική προστασία του τύπου εκτείνεται μόνο στο διαδικτυακό περιεχόμενο που αναπαράγει έντυπες εκδόσεις και δεν αφορά περιεχόμενο που διαδίδεται μόνο στο διαδίκτυο (Ιγγλεζάκης, ΔιΜΕΕ, 2011 : 322).

Διεθνής Δικαιοδοσία
Η δημοσίευση πληροφοριών μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου διαφέρει από τη μετάδοση, που πραγματοποιείται με μέσο επικοινωνίας, όπως είναι ένα έντυπο και η οποία προσλαμβάνει αναγκαστικά εδαφική διάσταση. Η διαφορά δε αυτή συνίσταται στο ότι στη διαδικτυακή δημοσίευση η πρόσβαση στο περιεχόμενο της δημοσίευσης είναι δυνατή από οποιοδήποτε σημείο. Οι πληροφορίες είναι προσβάσιμες ανά πάσα στιγμή σε απροσδιόριστο αριθμό χρηστών του διαδικτύου από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου. Όταν λοιπόν αδικήματα κατά της τιμής τελούνται μέσω διαδικτύου, τίθεται το ζήτημα για το ποιας χώρας τα δικαστήρια καθίστανται αρμόδια για την επίλυση της σχετικής διαφοράς.

Κατά το άρθρο 26 του Α.Κ. οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Τόπος τελέσεως του αδικήματος – και ως τέτοιο εννοείται η αδικοπραξία υπό ευρεία έννοια – είναι τόσο ο τόπος που ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει ο υπαίτιος της αδικοπραξίας όσο και ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημία. Στην περίπτωση δε που τα πραγματικά περιστατικά που υλοποιούν την αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, συντελούνται στο έδαφος περισσοτέρων πολιτειών, στον ζημιωθέντα απόκειται η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου (ΑΠ 903/2010 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2011/353). Στο ίδιο πλαίσιο, ως προς ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, στο δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός (άρθρο 5 § 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001).

Ετσι, επί προσβολής της προσωπικότητας με τη δημοσίευση πληροφοριών μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου τόπος τελέσεως της αδικοπραξίας είναι τόσο ο τόπος όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας μεταδόσεως των επίμαχων πληροφοριών και κάθε τόπος όπου υπάρχει ή υπήρξε πρόσβαση στο επίμαχο δημοσίευμα που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο και επήλθε η ζημία, ο τόπος δε της συνήθους διαμονής του προσβληθέντος είναι ο τόπος στον οποίο κατά κύριο λόγο επήλθε η ζημία.

Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου όπου το φερόμενο θύμα έχει το κέντρο των συμφερόντων του συνάδει με τον σκοπό της προβλεψιμότητας των κανόνων περί απονομής αρμοδιότητας και από πλευράς του εναγομένου, δεδομένου ότι ο φορέας μετάδοσης πληροφοριών δυσφημιστικού περιεχομένου είναι σε θέση, κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως των επίμαχων πληροφοριών στο διαδίκτυο, να γνωρίζει τα κέντρα συμφερόντων των προσώπων που αποτελούν αντικείμενο του δημοσιεύματος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κριτήριο του κέντρου συμφερόντων παρέχει ταυτόχρονα στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί. Δεδομένου λοιπόν ότι η επίδραση ενός δημοσιεύματος του διαδικτύου μπορεί να εκτιμηθεί καλύτερα από το δικαστήριο του τόπου όπου το φερόμενο θύμα έχει το κέντρο των συμφερόντων του, η απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ο τόπος όπου ένα πρόσωπο έχει το κέντρο των συμφερόντων του συμπίπτει, κατά γενικό κανόνα, με τον τόπο της συνήθους διαμονής του.

Σε περίπτωση φερόμενης προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω πληροφοριών που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, το πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται έχει την ευχέρεια να ασκήσει αγωγή με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για το σύνολο της προκληθείσας ζημίας, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του φορέα μεταδόσεως των επίμαχων πληροφοριών, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του θιγομένου

Το πρόσωπο αυτό έχει επίσης τη δυνατότητα, αντί της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για το σύνολο της προκληθείσας βλάβης, να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου υπάρχει ή υπήρξε πρόσβαση στο επίμαχο δημοσίευμα που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Τα εν λόγω δικαστήρια είναι αρμόδια να επιδικάσουν χρηματική ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο για τη βλάβη που επήλθε στο έδαφος του κράτους μέλους όπου έχουν την έδρα τους (βλ. απόφαση της ΔΕΚ της 25.10.2011 επί συνεκδικαζομένων υποθέσεων C:509/09 και C-161/10, ΝΟΒ 2011/1985, ΕΠολΔ 2012/248).

Εξάλλου, επί αδικήματος κατά της τιμής, που τελέστηκε μέσω διαδικτύου, τόπος τέλεσης της αξιόποινης πράξης είναι κάθε πόλη στην οποία υπήρξε πρόσβαση στο επίμαχο δημοσίευμα που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο (αρθρ. 16 ΠΚ και 122 § 1 και 2 ΚΠΔ). Επομένως, κατά τόπον αρμόδια για την εκδίκαση της σχετικής διαφοράς θα είναι τα δικαστήρια κάθε πόλης της χώρας (ΕφΔωδ 220/2013).

Ειδικότερα η Τέλεση του Αδικήματος της Εξύβρισης μέσω Ιστολογίων
Όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τελεί το αδίκημα της εξύβρισης και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Αν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο (361 § 1 ΠΚ). Εξύβριση δια της προσβολής της τιμής άλλου με λόγο δύναται να τελείται και μέσω ιστολογίων.

Αξιολογικές κρίσεις, που εκφράζονται ως απόψεις ή γνώμες, είναι δυνατόν να αποτελούν εξύβριση, εφόσον επεμβαίνουν κατά τρόπο μειωτικό στην σφαίρα της προσωπικότητας (βλ. ΕφΔωδ 146/2006, ΝΟΜΟΣ). Εντούτοις, με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ έχει κριθεί ότι προστατεύονται από την ελευθερία του λόγου οξύτατοι χαρακτηρισμοί για δημόσια πρόσωπα. Ενδεικτικά έχουν κριθεί θεμιτοί χαρακτηρισμοί όπως «ηλίθιος» (βλ. ΕΔΔΑ, Oberschlick v. Austria (no. 2), Judgment of 1 July 1997), «φασίστας» (βλ. ΕΔΔΑ, Bodrozic v. Serbia, Judgment of 23 June 2009), «καραγκιόζης» (βλ. ΕΔΔΑ, Katrami v. Greece, Judgment of 6 December 2007), «ψυχοπαθείς ψευτοπατριώτες» (βλ. ΕΔΔΑ, Lionarakis v. Greece, Judgment of 5 July 2007).

Επιπλέον, εφόσον υποβάλλεται σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός για την άρση του αδίκου, δεν τιμωρούνται ως εξύβριση (α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, (β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα, που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη  (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (367 § 1 ΠΚ). Για την ενότητα της έννομης τάξης η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα της εξύβρισης αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.

Εντούτοις, στην παραπάνω περίπτωση το άδικο δεν αίρεται, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις  υπό  τις  οποίες  τελέστηκε  η  πράξη,  προκύπτει  σκοπός εξύβρισης (367 § 2 ΠΚ). Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου (ΑΠ 967/2011, 179/2011, 1233/2010, 614/2009). Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης του άρθρου 367 § 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της από το άρθρο 367 § 1 του ΠΚ ένστασης (ΑΠ 354/2012, ΑΠ 195/2007 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 391/2006 ΧρΙΔ 2006,596, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 387/2005 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 167/2000 ΕλλΔνη 41,771).

Περαιτέρω, εφόσον υποβάλλεται σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός για την άρση του αδίκου λόγω δικαιολογημένης αγανάκτησης, ο υπαίτιος της εξύβρισης είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση (άρθρα 308 § 3 και 361 § 3 ΠΚ). Τέτοια περίπτωση συντρέχει αν ιστολόγος ή χρήστης υβρίζει τρίτο πρόσωπο, το οποίο προηγουμένως έχει προβεί σε βάρος του σε ύβρεις ανώτερης ή αντίστοιχης σοβαρότητας.

Ειδικότερα η Τέλεση του Αδικήματος της Δυσφήμισης, Συκοφαντικής ή μη, μέσω Ιστολογίων
Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τελεί το αδίκημα της δυσφήμισης και τιμωρείται  με  φυλάκιση  μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί σωρευτικά με την ποινή της φυλάκισης (362 ΠΚ). Αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, ο υπαίτιος τελεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σωρευτικά με την ποινή της φυλάκισης δύναται να επιβληθεί τόσο χρηματική ποινή όσο και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (363 ΠΚ). Δυσφήμιση, συκοφαντική ή μη, δύναται να τελείται και μέσω ιστολογίων.

Το αδίκημα της δυσφήμισης, συκοφαντικής ή μη, θεμελιώνεται, αντικειμενικά μεν, με τον ισχυρισμό ή τη διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος, ψευδούς ή μη αντιστοίχως, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, υποκειμενικά δε, με πρόθεση (άμεσος δόλος) που ενέχει τη θέληση της πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού και τη γνώση του υπαίτιου ότι το γεγονός αυτό μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμισης, είναι και ψευδές (ΕφΑθ 5015/2012). Ως γεγονός κατά την έννοια του νόμου νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως. Οι ειδήσεις εμπίπτουν στην έννοια του γεγονός. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες ενδέχεται να εκθέσουν σε κίνδυνο κατά τον χρόνο υποστήριξης ή διάδοσης την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες χωρίς αναφορά σε γεγονότα δεν αποτελούν «ειδήσεις».

Αντίθετα, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που εκφράζονται αυτοτελώς και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της δυσφήμισης (ΑΠ 567/2010, ΑΠ 753/2010, ΑΠ 1271/2010 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες αξιολογικές κρίσεις δεν αποτελούν γεγονότα, αφού δεν είναι δεκτικές απόδειξης, ενώ η απαίτηση μιας τέτοιας απόδειξης παραβιάζει την ελευθερία του λόγου (βλ. ΕΔΔΑ, Lingens v. Austria, 8 July 1986, § 46, Series A no. 103, Novaya Gazeta V Voronezhe v. Russia, Judgment of 21.12.2010, § 37). Ως αξιολογική κρίση νοείται κατ’ αρχήν η εκφορά μίας άποψης ή γνώμης. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, όταν άμεσα ή έμμεσα υποκρύπτονται γεγονότα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, διαφορετικά μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ΠΚ (ΑΠ 179/2011 ΕφΑΔ 2012,125, ΑΠ 543/2009 ΧρΙΔ 2010,253, ΑΠ 1095/2008, ΑΠ 1462/2005 και ΑΠ 387/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Εάν τα αξιολογούμενα / κρινόμενα γεγονότα στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, τότε και οι αξιολογικές κρίσεις μπορεί να συνιστούν δυσφήμιση, συκοφαντική ή μη (βλ. ΑΠ 387/2005 ΔiΜΕΕ 2005,404 επ., ΑΠ 1462/2005, ΑΠ 1095/ 2008 ΔiΜΕΕ 2009, 201 επ).

Εφόσον υποβάλλεται σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός για την άρση του αδίκου, δεν τιμωρούνται ως δυσφήμιση α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα, που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη  (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (367 § 1 ΠΚ). Για την ενότητα της έννομης τάξης η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα της δυσφήμισης αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.

Εντούτοις, στην παραπάνω περίπτωση το άδικο δεν αίρεται, όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμισης, δηλαδή τα επικαλούμενα γεγονότα αποδεικνύονται ως ψευδή (367 § 2 ΠΚ).

Η Άρση του Αδίκου Εξαιτίας της Ύπαρξης Δικαιολογημένου Ενδιαφέροντος
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται όταν οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Το δικαιολογημένο ενδιαφέρον πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 14), την ΕΣΔΑ (άρθρο 10) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (άρθρο 19) ελευθερία έκφρασης και την κοινωνική αποστολή του τύπου.

Έτσι, τα ΜΜΕ εν γένει έχουν κατά το άρθρο 10 ΕΣΔΑ καθήκον να ενημερώνουν το κοινό για υποθέσεις και θέματα γενικού ενδιαφέροντος (δικαίωμα του πληροφορείν), αντιστοίχως δε το κοινό έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για τα θέματα αυτά (δικαίωμα του πληροφορείσθαι). Επιπλέον, σε μία δημοκρατική κοινωνία ο Τύπος παίζει και τον ρόλο του «άγρυπνου φρουρού» [public watchdog], ελέγχοντας την πολιτική και οικονομική εξουσία (Βλ. ΕΔΔΑ Υπόθεση Bladet Tromso and Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], Νο 21980/93, § 62, CEDH 1999-ΙΙΙ). Αν και ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, έχει την κοινωνική λειτουργία, τηρώντας τα καθήκοντα και τις ευθύνες του, να διανέμει πληροφορίες και ιδέες πάνω σε όλα τα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, ακόμη και με κάποια δόση υπερβολής ή και πρόκλησης (Βλ. ΕΔΔΑ Υπόθεση Thoma κατά Λουξεμβούργου , no 38432/97, § 46, CEDH 2001-III, βλ. και Μήτσιου, ΔιΜΕΕ 2012 : 466).

Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο, που στα πλαίσια της δημοσιογραφίας των πολιτών ενημερώνει υπεύθυνα την κοινή γνώμη για ζήτημα γενικότερης σημασίας που την αφορά, ακόμη και αν δεν είναι δημοσιογράφος και δεν εργάζεται σε οργανωμένη επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Έτσι είναι επιτρεπτές κρίσεις, εκδηλώσεις, δημοσιεύματα, σχόλια για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού συνοδευόμενα ακόμη και από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων, στα οποία αναφέρονται (ΑΠ 500/2012).

Όταν το πρόσωπο στο οποίο αφορά το δημοσίευμα είναι δημόσιο πρόσωπο, τότε το γενικό ενδιαφέρον πληροφόρησης του κοινού διευρύνεται σημαντικά, περιλαμβάνοντας κάθε πτυχή της δραστηριότητάς του που αφορά έστω και εμμέσως την ιδιότητά του ως δημοσίου προσώπου ή έχει οικειοθελώς εκτεθεί από το ίδιο, ενώ ειδήσεις και σχόλια για την σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού μπορεί να συνοδεύονται ακόμα και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Υπό στενή έννοια τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ ιδιωτών και δημοσίων προσώπων αφορούν (α) την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας, (β) την εξυπηρέτηση μέσω της δημόσιας ιδιότητάς τους του δημοσίου συμφέροντος, (γ) της μισθοδοσίας τους από το δημόσιο ταμείο και (δ) της συμβολής ή απήχησής τους στον δημόσιο διάλογο. Υπό ευρεία όμως έννοια, που ακολουθείται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, δημόσια πρόσωπα μπορούν να θεωρούνται όλα τα πρόσωπα, που προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον, δίχως να συνέχονται με τον Δημόσιο τομέα.

Στα πλαίσια αυτά, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι κάθε έκφραση που αφορά την καταλληλότητα ενός προσώπου για την κατοχή μίας δημόσιας θέσης ή τις πράξεις δημοσίων υπαλλήλων στο πλαίσιο ασκήσεως των καθηκόντων τους απολαμβάνει μεγαλύτερη προστασία, εφόσον συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο (Βλ. IACrtHR Υποθέσεις Ricardo Canese v. Paraguay , απόφαση της 31.8.2004, Series C No. 111, § 98, Kimel v. Argentina , απόφαση της 2.5.2008, Series C No. 177, § 86, Herrera Ulloa v. Costa Rica , απόφαση της 2.7.2004, Series C No. 107, § 128). Έχει επίσης κρίνει ότι η προστασία της τιμής των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να επιτρέπει τον ευρύτατο έλεγχο από τους πολίτες αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το διαφορετικό επίπεδο προστασίας της τιμής δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκτίθενται οικειοθελώς στον κοινωνικό έλεγχο, το οποίο καταλήγει στην μεγαλύτερη διακινδύνευση προσβολής της τιμής τους, καθώς, επίσης, και από την δυνατότητά τους να ασκούν μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή και να έχουν εύκολη πρόσβαση στα ΜΜΕ, ώστε να παράσχουν εξηγήσεις ή για να λογοδοτήσουν για οποιοδήποτε γεγονός, στο οποίο έλαβαν μέρος (Βλ. IACrtHR Υπόθεση Tristan Donoso , ό. π., § 122).

Τέλος, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εξύβρισης ή της δυσφήμησης, όταν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας του Τύπου. Συγκεκριμένα, από το πλέγμα των προαναφερθείσων διατάξεων συνάγεται ότι από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Οφείλει, συνεπώς, ο δημοσιογράφος να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης. Γι’ αυτό, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται ( Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία-Εφαρμογή, 2η έκδοση, ανάλυση άρθρου 367, ΑΠ 1904/2008, ΑΠ 576/2006, ΑΠ 1256/2003, ΑΠ 1177/2002, Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 914/2005 ΠειρΝ 2005,460). Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού και γι’ αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ’ άρθρο 367 ΠΚ. Γι’ αυτό, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται ( Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία-Εφαρμογή, 2η έκδοση, ανάλυση άρθρου 367, ΑΠ 1904/2008, ΑΠ 576/2006, ΑΠ 1256/2003, ΑΠ 1177/2002, Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 914/2005 ΠειρΝ 2005,460).

Έννομη Προστασία
Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του εξαιτίας της τελεσης αδικήματος κατά της τιμής έχει δικαίωμα να υποβάλλει έγκληση καθώς και να απαιτήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον (57 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που είχε προσβληθεί (59 ΑΚ). Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι : α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη. Αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ.

Για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (άρθρα 59 και 932 ΑΚ) είτε με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης είτε με δημοσίευμα είτε με άλλο επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέσο, απαιτείται επιπλέον και υπαιτιότητα (πταίσμα) εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή (ΑΠ 1573/2005 ό.π., ΑΠ 1462/2005 ό.π., ΑΠ 1252/2003 ό.π., ΑΠ 788/2000 ΕλλΔνη 2001,162, ΑΠ 167/2000 ΕλλΔνη 2000,771, ΕφΑθ 4786/2002 ΔΕΕ 2003,1003, ΕφΑθ 6277/1999 ΕλλΔνη 2000,1431, ΕφΑθ 1371/1997 ΔΕΕ 1997,997, ΕφΘεσ 3266/2000 Αρμ 2004,50).

Antonios Broumas
E-mail info@lawandtech.eu

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *