Ανταγωνισμός

Στον Πλούτο των Εθνών ο Adam Smith έγραφε : “[ά]νθρωποι του ιδίου εμπορίου σπανίως συναντώνται για διασκέδαση· συναντώνται για να συνωμοτήσουν εναντίον του κοινού ή για να σκαρώσουν κάποιο τέχνασμα προκειμένου να αυξήσουν τις τιμές. Είναι πράγματι αδύνατον να εμποδιστούν τέτοιες συναντήσεις από οιονδήποτε νόμο […] Παρόλο που ο νόμος δε μπορεί να εμποδίσει τέτοιες συναντήσεις, θα πρέπει να μη τις διευκολύνει, και σε κάθε περίπτωση, να μη τις καθιστά αναγκαίες”.

Το σύγχρονο δίκαιο ανταγωνισμού προβλέπει πλειάδα κανόνων για την ρύθμιση των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης αλλά και των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων.

Απαγορευμένες Συμφωνίες μεταξύ Επιχειρήσεων

Κάθε επιχείρηση πρέπει να καθορίζει αυτόνομα ποια πολιτική θα ασκήσει στην αγορά και με ποια μέσα θα την επιβάλλει. Η αυτονομία αυτή ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε άμεση ή έμμεση προσέγγιση μεταξύ των επιχειρήσεων. Ανεξαρτησία δράσης σημαίνει και αναπόσπαστα εκδηλώνεται με τον ανεξάρτητο καθορισμό της εμπορικής πολιτικής της επιχείρησης στην αγορά, κατ’ αποκλεισμό οποιασδήποτε ενδιάθετης σύμπραξης ή έστω ενδιάθετου συντονισμού της εμπορικής συμπεριφοράς της με αντίστοιχες των λοιπών ανταγωνιστικών επιχειρήσεων (πρβλ. Whish, Competition Law, 2003, 90επ., ΔΕΚ, υποθ. C-49/92 P, Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 116).

Προκειμένου να κρίνεται ως απαγορευμένη ορισμένη συμπεριφορά επιχειρήσεων θα πρέπει να τεκμηριώνεται : (α) ορισμένη μορφή συνεργασίας μεταξύ τους (συμφωνία, απόφαση ή έστω εναρμονισμένη πρακτική) και (β) ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συνεργασίας να δύναται να επηρεαστεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός (άρθρο 1 § 1 του Ν. 3959/2011).

Γίνεται δεκτό ότι αν μια συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική έχει σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού, μέσω λ.χ. καθορισμού τιμών ή κατανομής αγορών, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο ανταγωνισμός έχει πληγεί, προκειμένου να θεμελιωθεί η παράβαση (βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ, Consten et Grundig/Commission, 56/64 et 58/64, Συλλογή 1965-1968, 429, ΔΕΚ, BMW v. Commission, υποθ. 32/79, Συλλογή 1980, 2435, σκέψη 37, ΔΕΚ, υποθ. 45/85, Vds, Συλλογή 1987, σ.405, ΔΕΚ, υποθ.C-49/92, Συλλογή 1999, σ. Ι-4125, σκέψη 99, ΠΕΚ, υποθ. T-25/95 Cimenteries CBR SA, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-491, ΠΕΚ, υποθ. T-202/98, Tate and Lyle, Συλλογή 2001, σ. II-2035). Στα πλαίσια αυτά κρίσιμη είναι η απόδειξη κατά την εκδήλωση ορισμένης επιχειρηματικής δράσης της αυτονόητα αναμενόμενης ανεξάρτητης συμπεριφοράς διακριτών επιχειρήσεων έναντι της λήψης μέτρων και τακτικών που είχαν είτε ευθέως ως σκοπό ή αντικείμενο, είτε εν τέλει ως αποτέλεσμα, τον περιορισμό του ανταγωνισμού.

Απαγορευμένες δεν είναι μόνο τυχόν αντιανταγωνιστικές συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, είτε ρητές είτε σιωπηρές, αλλά και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που καταλήγει σε συντονισμό των συμπεριφορών μεταξύ επιχειρήσεων και, τελικά, σε κατάλυση της αναγκαίας κατά το δίκαιο αυτονομίας και ανεξαρτησίας εμπορικής πολιτικής και δράσης τους. Έτσι, κρίνεται ως παράνομο με βάση το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού μια επιχείρηση να συνεργάζεται με τους ανταγωνιστές της με οποιοδήποτε τρόπο, προκειμένου να καθορίσει έναν ομοιόμορφο τρόπο δράσης και να εξασφαλίσει την επιτυχία της «με την εκ των προτέρων εξάλειψη κάθε αβεβαιότητας ως προς τη συμπεριφορά των άλλων σχετικά με τα ουσιώδη στοιχεία αυτής της δράσης, όπως το ποσό,  αντικείμενο,  ημερομηνία και  τόπο των […] συναλλαγών» (βλ. ΔΕΕ, Απόφαση της 14.7.1972 υπόθεση Dyestuffs C-48/69, Συλλογή 1971, 619). Για τη διαπίστωση εναρμονισμένης πρακτικής δεν αποτελεί προϋπόθεση η κατάρτιση συγκεκριμένης συμφωνίας. Τέτοια σύμπραξη μπορεί να λάβει πολλές μορφές και δεν απαιτεί την ύπαρξη επίσημης συμφωνίας. Σαφώς υπάρχει εναρμονισμένη πρακτική και εντεύθεν παράβαση των ως άνω διατάξεων και όταν τα μέρη δεν έχουν καν διατυπώσει τους όρους μιας συμφωνίας αλλά το καθένα από αυτά εκμαιεύει από τη συμπεριφορά του άλλου ορισμένη δέσμευση. Για την ύπαρξη μίας εναρμονισμένης πρακτικής αρκεί μία ανεξάρτητη επιχείρηση ενσυνείδητα και αυτόβουλα να εναρμονίσει τη συμπεριφορά της με τις επιθυμίες μίας άλλης επιχείρησης (ΔΕΕ, C-89/95 υπόθεση Woodpulp και Hasselblad, ΕΕ 1982 L161/18).

Σε περιπτώσεις ολιγοπωλιακών αγορών ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη ή μη κατάφασης του βουλητικού στοιχείου της εναρμόνισης εξαιτίας του φαινομένου της έντονης «αλληλεπίδρασης» μεταξύ των επιχειρήσεων – μελών του ολιγοπωλίου. Το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να καθορίζουν αυτόνομα τη συμπεριφορά τους δεν τους στερεί το δικαίωμα να προσαρμόζονται ευφυώς στην υπάρχουσα και στην αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους (βλ. ΔΕΕ, Απόφαση της 16.12.1975, υποθ. Suiker Uni, 174 επ.). Υπό την έννοια αυτή ορισμένη παράλληλη συμπεριφορά μπορεί να οφείλεται στην παρατήρηση άλλων ανταγωνιστών ή στον εκ των προτέρων υπολογισμό των κινήσεών τους ή σε εκ των υστέρων προσαρμοστική αντίδραση, ενισχυόμενη και από κοινούς εξωγενείς οικονομικούς παράγοντες (κόστους, λειτουργιών κλπ.­), οι οποίοι φυσιολογικά-ορθολογικά επηρεάζουν όλες τις εταιρείες της αγοράς με πιθανό αποτέλεσμα την υιοθέτηση εκ μέρους όλων παρόμοιων πρακτικών και κατατείνουν σε αντικειμενική ομοιομορφία εμπορικής πολιτικής τους (βλ. Motta, Competition Policy, 2004, 185). Ειδικά η συμμετρία χαρακτηριστικών των ολιγοπωλητών, ήτοι η ομοιογένεια ορισμένων χαρακτηριστικών τους όπως το μέγεθος, η παραγωγική δυναμικότητα, η καθετοποιημένη οργάνωση και διάρθωση κόστους, οι μη αναστρέψιμες επενδύσεις, γίνεται δεκτό ότι ευνοούν αντικειμενικά την επίδειξη ομοιόμορφης πολιτικής (βλ. Τζουγανάτο, Ολιγοπώλιο και συλλογική δεσπόζουσα θέση στο δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, 2004, 20, 207, 215 μ.π.π.), ενώ από την άλλη πλευρά η ασυμμετρία χαρακτηριστικών κρίνεται ως ένδειξη κατάφασης της βούλησης εναρμόνισης δεδομένου ότι υπό συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού ορισμένοι εκ των ανταγωνιστών-αποτελεσματικών επιχειρήσεων θα είχαν εύλογο ενδιαφέρον σε διαφορετική εμπορική πολιτική (ad hoc ΕπΑντ 263/V/2004).

Η ύπαρξη κάποιας μορφής επικοινωνίας ή συνεννόησης μεταξύ των ελεγχόμενων επιχειρήσεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση εναρμονισμένης πρακτικής (βλ. ΔΕΕ, Απόφαση της 28.6.1988 υποθ. John Deere, 86 επ., ΔΕΕ, Απόφαση της 14.7.1981 υποθ. Zuchner/Bayerische Vereinsbank, 14επ.). Τέτοια επικοινωνία δύναται να προκύπτει ακόμη και υπό τη μορφή δημόσιας προκαταβολικής ανακοίνωσης αύξησης τιμών, οργανωμένου συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών ανταγωνιστών ακόμη και εκείνων που εύλογα θα έπρεπε να παραμένουν εν κρυπτώ, λειτουργίας κοινής επιχείρησης (joint venture) ή συμμετοχής εκπροσώπων των εμπλεκόμενων σε διοικήσεις τρίτων φορέων ή παραγόντων συγγενών αγορών (βλ. ΠΕΕ, 24.10.1991 υποθ. Rhone-Poulenc “Polypropylene”, ΔΕΕ 16.11.2000 υποθ. Philip Morris/Rothmans, εξίσου στην ημεδαπή ΕπΑντ 327/V/2007 υποθ. Μotoroil/ΕΛΠΕ, 181/III/2001 υποθ. Άργος-Ευρώπη κα.). Απλή ομοιόμορφη συμπεριφορά χωρίς επαφή μεταξύ των επιχειρήσεων δεν αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική και δεν απαγορεύεται από το δίκαιο ανταγωνισμού (βλ. Μικρουλέα, 471 επ.., Bellamy/Child, EC Law of Competition, 2001, 2-043επ., Εmmerich im Immenga/Mestmarker, EG-Wettbewerberecht, 2007, 102 επ.)

Εξάλλου, σύμφωνα με ήδη αναφερθείσα νομολογία του ΔΕΕ (υπόθεση Dyestuffs ο.π., παρ. 65, 66 και 67) γίνεται δεκτό ότι: «από τη φύση της μία εναρμονισμένη πρακτική δεν έχει όλα τα στοιχεία μίας συμφωνίας αλλά μπορεί μεταξύ άλλων να προκύπτει από ένα συντονισμό που καθίσταται εμφανής στην συμπεριφορά των συμμετεχόντων. Παρότι η παράλληλη συμπεριφορά δεν ταυτίζεται με την εναρμονισμένη πρακτική μπορεί ωστόσο να ισοδυναμεί με μία ισχυρή ένδειξη μίας τέτοιας πρακτικής εάν οδηγεί σε συνθήκες ανταγωνισμού που δεν ανταποκρίνονται στις φυσιολογικές συνθήκες της αγοράς όσον αφορά τη φύση των προϊόντων, το μέγεθος και τον αριθμό των επιχειρήσεων και τον όγκο της εν λόγω αγοράς. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα εάν η παράλληλη συμπεριφορά επιτρέπει στους εμπλεκόμενους να επιχειρήσουν να σταθεροποιήσουν τις τιμές σε ένα επίπεδο διαφορετικό από αυτό στο οποίο θα οδηγούσε ο ανταγωνισμός και να εδραιώσουν παγιωμένες θέσεις (στην αγορά) …».

Καταχρηστική Εκμετάλλευση Δεσπόζουσας Θέσης

Ο Ν. 3959/2011 για την «προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ 93/Α’/20.04.2011) απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας. Σκοπός της απαγόρευσης είναι η προστασία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού από την πιθανότητα δομικών αλλοιώσεών του, έτσι ώστε να ενισχύεται η ευημερία των καταναλωτών και να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική κατανομή των πηγών προμήθειας.

Στον νόμο δεν ορίζεται διεξοδικά η έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης αλλά γίνεται μόνο ενδεικτική απαρίθμηση των εξής κυριότερων μορφών καταχρηστικής συμπεριφοράς από επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά (άρθρο 1 § 2 του Ν. 3959/2011) :

  • Η άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής.
  • Ο περιορισμός της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών.
  • Η εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό.
  • Η εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με
  • τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

Από τα είδη κατάχρησης δύο είναι τα σημαντικότερα : (α) η κατάχρηση με χαρακτήρα εκμετάλλευσης, που αποβλέπει κυρίως στην προσβολή των συμφερόντων του καταναλωτή, όπως οι πολύ υψηλές τιμές και (β) η κατάχρηση με χαρακτήρα παρεμπόδισης που στοχεύει κυρίως στο να αποκλειστούν πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές από την αγορά, όπως η ληστρική τιμολόγηση και οι όροι αλληλένδετων πωλήσεων.

Για την θεμελίωση καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης είναι απαραίτητη (α) η ανάλυση των σχετικών αγορών, στις οποίες λαμβάνει χώρα η ελεγχόμενη συμπεριφορά, (β) η έρευνα περί ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης των ελεγχόμενων επιχειρήσεων και, τέλος, (γ)  η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης.

Η Δυνατότητα Επιρροής στο Διακοινοτικό Εμπόριο

Η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης παραβιάζει και τους κανόνες δικαίου υπέρτερης ισχύος των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), εφόσον τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά δύναται να επηρεάσει το διακοινοτικό εμπόριο.

Το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σε μία συμφωνία ή μέλη εναρμονισμένης πρακτικής προέρχονται από το ίδιο κράτος – μέλος της ΕΕ δεν συνεπάγεται την έλλειψη επιρροής στο διακοινοτικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά επισημαίνεται ότι αν μία συμφωνία πρόκειται να εφαρμοστεί σε μία ολόκληρη εθνική αγορά δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών – μελών (βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής Italian Flat Glass ΕπΕφ L 33, αποφάση ΔΕΚ SC Belasco κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής C 246/1986, αποφάσεις ΠΕΚ Societa Italiana Vetro κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής T-68, 77 και 78/1989, Publishers’ Association κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τ-66/1989). Τα παραπάνω γίνονται δεκτά και στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου (σκέψεις 86 επ.). Εξάλλου, δεν απαιτείται απόδειξη ορισμένης ήδη επελθούσας πραγματικής προσβολής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο αλλά αρκεί και η δυνητική προσβολή του ενδοκοινοτικού εμπορίου από τη ορισμένη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική (άρθρο 101 ΣΛΕΕ).

Μία ή Περισσότερες Επιχειρήσεις

Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων θα πρέπει να θεωρούνται ως ενιαία οικονομική μονάδα, που εμπίπτει στην έννοια της επιχείρησης με βάση το άρθρο 102 ΣυνθΛΕΕ, εφόσον ως προς την υπό διερεύνηση συμπεριφορά κάθε μία από αυτές δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας αλλά εκτελεί εσωτερικά κατανεμημένες δραστηριότητες στα πλαίσια μίας κοινής γραμμής δράσης του ομίλου (βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ, απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, C- 15/74, Centrafarm κατά Sterling Drug; απόφαση της 4ης Μαΐου 1988, C – 30/87, Bodson κατά Pompes Funebres des Regions Liberees SA).  Έτσι, στην απόφαση Viho Europe BV κατά Commission το Δικαστήριο ΕΕ απεφάνθη ότι μία μητρική εταιρεία και οι κατεχόμενες κατά 100% από αυτήν θυγατρικές αποτελούν μία ενιαία οικονομική μονάδα (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C – 73/95, ECR I – 5457).

Επιπρόσθετα, δεσπόζουσα θέση μπορεί να κατέχουν από κοινού περισσότερες επιχειρήσεις («συλλογική δεσπόζουσα θέση»). Στην περίπτωση αυτή κρίνεται όχι αν καθεμιά από τις περισσότερες αυτές επιχειρήσεις από μόνη της κατέχει δεσπόζουσα θέση αλλά εάν οι συμπράττουσες επιχειρήσεις την κατέχουν από κοινού. Το ΔΕΕ στην υπόθεση Compagnie Maritime Belge (ΔΕΚ αποφ. 16.3.2000, C-395/96, Συλλ. 2000, σελ. I-1365) προσδιόρισε τη συλλογική δεσπόζουσα θέση ως τη θέση που κατέχουν δύο ή περισσότερες οικονομικές οντότητες νομικώς ανεξάρτητες η μία της άλλης, υπό την προϋπόθεση ότι από οικονομική άποψη εμφανίζονται και ενεργούν από κοινού σε μια συγκεκριμένη αγορά, ως συλλογική οντότητα. Έκρινε περαιτέρω ότι η ύπαρξη συμφωνίας ή άλλων νομικών δεσμών δεν είναι απαραίτητη για τη διαπίστωση ότι συντρέχει συλλογική δεσπόζουσα θέση, διαπίστωση που θα μπορούσε να προκύπτει από άλλες διασυνδέσεις και θα εξαρτιόταν από οικονομική εκτίμηση και, ιδίως, από εκτίμηση της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς (βλ. σκέψη 45 της απόφασης).

Στη συλλογική δεσπόζουσα θέση οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις παρουσιάζουν παράλληλη και ομοιόμορφη συμπεριφορά και δρουν ως συλλογική οντότητα, δηλαδή παρουσιάζουν ενιαία παράλληλη δράση, χωρίς να απαιτείται η δράση αυτή να είναι συντονισμένη και να απορρέει από προηγούμενες άμεσες ή έμμεσες επαφές μεταξύ των επιχειρήσεων. Έτσι, έχει κριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι τα μερίδια αγοράς που κατείχαν τρεις αυτοτελείς επιχειρήσεις μπορούν να συνυπολογισθούν, εφόσον όμως αυτές εμφανίζονται στην αγορά ως ενιαία οντότητα και έχουν έντονη αλληλεξάρτηση ως προς τις εμπορικές τους αποφάσεις και οικονομικές σχέσεις. Δεν κρίθηκε ως απαραίτητο το στοιχείο της ύπαρξης σύμπραξης μεταξύ τους (βλ. Επιτροπή, απόφαση Italian Flat Glass, 7.12.1988, ΕΕ 1989, L 33/44).

Ειδικότερα, για να γίνει δεκτή η ύπαρξη συλλογικής δεσπόζουσας θέσης δεν είναι αρκετή η ύπαρξη ολιγοπωλιακής δομής της συγκεκριμένης αγοράς αλλά απαιτούνται δύο προϋποθέσεις. Πρέπει να διαπιστωθεί τόσο η έλλειψη εσωτερικού ανταγωνισμού μεταξύ των μελών του ολιγοπωλίου –είτε για λόγους νομικούς, είτε για λόγους πραγματικούς- όσο και η έλλειψη εξωτερικού ανταγωνισμού, δηλαδή τα μέλη του ολιγοπωλίου να μην είναι εκτεθειμένα σε ουσιώδη ανταγωνισμό έναντι των εκτός του ολιγοπωλίου επιχειρήσεων και ως εκ τούτου να συμπεριφέρονται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές τους αλλά και τους καταναλωτές. Σχετικώς το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι «δεν μπορεί, καταρχήν, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δύο ή περισσότερες ανεξάρτητες οικονομικές ενότητες να συνδέονται, σε μία συγκεκριμένη αγορά, με τέτοιους οικονομικούς δεσμούς ώστε, εκ του λόγου αυτού, να κατέχουν από κοινού δεσπόζουσα θέση σε σχέση με άλλους επιχειρηματίες στην ίδια αγορά. Αυτό θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, να συμβαίνει στην περίπτωση που δύο ή περισσότερες ανεξάρτητες επιχειρήσεις διαθέτουν από κοινού, βάσει συμφωνίας ή άδειας εκμεταλλεύσεως, ένα τεχνολογικό προβάδισμα που τους παρέχει τη δυνατότητα να συμπεριφέρονται σε σημαντική έκταση ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών τους, και τελικά των καταναλωτών» (βλ. ΠΕΕ, Απόφαση 10.3.1992, Τ-68, 77,79/89, υπόθ. Societa Italiana Vetro Spa κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1403).

Αλλά και ως προς τον αριθμό των δυνάμει μελών συλλογικής δεσπόζουσας θέσης στην υπόθεση Price Waterhouse η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι πιο πιθανή δομή αγοράς για τη δημιουργία αντίστοιχης θέσης είναι το δυοπώλιο, υποστηρίζοντας ότι «η  ύπαρξη συλλογικής δεσπόζουσας θέσης τριών ή τεσσάρων προµηθευτών δεν είναι πιθανή, λόγω των πολύπλοκων αµοιβαίων σχέσεων που αυτό προϋποθέτει και των επακόλουθων κινήτρων για την υιοθέτηση αποκλινουσών συµπεριφορών. Η κατάσταση αυτή θα ήταν ασταθής και δυσβάστακτη µακροχρόνια.” (υποθ. IV/M1016, Price Waterhouse/Coopers & Lybrand [1999] OJ L50/27, [1999] 4 C.M.L.R. 665, 103).

Η νεότερη νομολογία του ΠΕΕ στην υπόθεση Airtours (ΠΕΚ απόφ. 28.6.2004, Τ-342/99, Συλλ. 2002, σελ., ΙΙ-2585) προσδιόρισε ακόμη αυστηρότερα τα κριτήρια με τα οποία μπορεί να διαπιστωθεί εάν οι επιχειρήσεις δρουν ως συλλογική οντότητα, δημιουργώντας από κοινού συλλογική δεσπόζουσα θέση ως εξής:

α) αν κάθε ελεγχόμενη επιχείρηση είναι σε θέση να πληροφορείται τη συμπεριφορά των άλλων μελών του ολιγοπωλίου, προκειμένου να μπορεί να διαπιστώνει αν ακολουθούν κοινή γραμμή δράσης,
β) αν καθίσταται δυνατή η ύπαρξη αντιποίνων για όσους απέχουν από αυτή την κοινή γραμμή, ως μέτρο προστασίας της διατήρησης της γραμμής αυτής και,
γ) αν η συμπεριφορά των καταναλωτών και των λοιπών ανταγωνιστών αδυνατεί να θέσει σε κίνδυνο τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα των επιχειρήσεων-μελών του ολιγοπωλίου.

Προσδιορισμός Σχετικών Αγορών

Ο προσδιορισμός των σχετικών αγορών είναι ένα απαραίτητο πρώτο βήμα για την στοιχειοθέτηση παράβασης του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011. Και αυτό γιατί μόνο μέσω της εργασίας αυτής είναι δυνατός ο προσδιορισμός των πραγματικών ανταγωνιστών, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός. Από την άποψη αυτή, ο ορισμός της αγοράς καθιστά δυνατό, μεταξύ άλλων, να υπολογιστούν τα μερίδια αγοράς, τα οποία προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη στην αγορά για την αξιολόγηση μιας δεσπόζουσας θέσης (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C C 372, της 09.04.1997, σ. 0005 – 0013, σημείο 2).

Η εκάστοτε κρίσιμη σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνει «όλα τα προϊόντα ή και τις υπηρεσίες που είναι δυνατόν να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή, λόγω των χαρακτηριστικών, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται» (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C C 372, της 09.04.1997, σ. 0005 – 0013, σημείο 7; Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 802/2004, της 7ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του κανονισμού του (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 133 της 30/04/2004, σ. 0001 – 0039, Παράρτημα Ι, Τμήμα 6). Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς χρησιμεύει για να κριθεί αν η ελεγχόμενη επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει τη διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού και να ενεργεί, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και τους καταναλωτές της, δεν πρέπει προς τούτο να εξετάζονται μόνον τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων, αλλά πρέπει και να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι συνθήκες ανταγωνισμού και η διάρθρωση της ζητήσεως και της προσφοράς στην αγορά (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 1983, C-322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 37; Aπόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. 2369, σκέψη 78).

Ο προσδιορισμός της οικείας σχετικής αγοράς έχει μία «προϊοντική» και μία γεωγραφική διάσταση (product and geographical aspect). Για την οριοθέτηση της «προϊοντικής» διάστασης μίας αγοράς κρίσιμη είναι η διεξαγωγή έρευνας για τις δυνατότητες υποκατάστασης των υπηρεσιών, που δυνητικά αποτελούν τμήμα αυτής, τόσο από πλευράς προσφοράς όσο και από πλευράς ζήτησης (supply & demand substitutability) (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 1983, C-322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 37; Aπόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. 2369, σκέψη 78). Έτσι, προκειμένου να αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς, οι ερευνώμενες υπηρεσίες θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή βαθμό υποκαταστασιμότητας (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 13ης Φεβρουαρίου 1979, C – 85/76, Hoffmann – La Roche κατά Επιτροπής, [1979] ECR 461, σκέψη 28). Από οικονομικής απόψεως, η δυνατότητα υποκατάστασης από πλευράς της ζητήσεως είναι ο πιο άμεσος και πιο σημαντικός παράγων πειθαρχίας για τους προμηθευτές συγκεκριμένης υπηρεσίας, ιδίως όσον αφορά τις αποφάσεις τους περί καθορισμού των τιμών (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372, της 09.04.1997, σ. 0005 – 0013, σημείο 13. Βλ. επίσης Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2007, Υπόθεση COMP/38.784, Wanadoo Espana v. Telefonica (2008/C 83/05), παράγραφος 146). Επιπλέον, η υποκαταστασιμότητα από πλευράς της προσφοράς μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη για τον ορισμό της σχετικής αγοράς στις περιπτώσεις στις οποίες αυτή η υποκαταστασιμότητα έχει ισοδύναμα αποτελέσματα με αυτά της υποκαταστασιμότητα όσον αφορά την αμεσότητα και την αποτελεσματικότητα. Προς τούτο, πρέπει οι προμηθευτές να είναι σε θέση να προσανατολίζουν εκ νέου την παραγωγή τους προς τα οικεία προϊόντα και να τα εμπορεύονται βραχυπρόθεσμα, χωρίς να υφίστανται σημαντικό πρόσθετο κόστος και χωρίς να διατρέχουν σημαντικό επιπλέον κίνδυνο, ανταποκρινόμενοι στις ελαφρές αλλά μόνιμες μεταβολές των σχετικών τιμών (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372, της 09.04.1997, σ. 0005 – 0013, σημείο 20. Βλ. επίσης Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2007, Υπόθεση COMP/38.784, Wanadoo Espana v. Telefonica (2008/C 83/05), παράγραφος 147 – 148).

Επιπλέον, όσον αφορά την γεωγραφική διάσταση η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372, της 09.04.1997, σ. 0005 – 0013, σημείο 8).

Ύπαρξη Δεσπόζουσας Θέσης

Ως δεσπόζουσα θέση ορίζεται η θέση οικονομικής ισχύος την οποία κατέχει μια επιχείρηση, η οποία της παρέχει την εξουσία να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, προσφέροντάς της τη δυνατότητα ανεξάρτητης, σε σημαντικό βαθμό, συμπεριφοράς έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και, σε τελική ανάλυση, των καταναλωτών (βλ. Δικαστήριο ΕΕ, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, C- 27/76, United Brands Company και United Brands Continentaal BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή [1978] 207, σκέψη 65; Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-250/92, Gottrup Klimm Grovvareforening κατά Dansk Landbrugs Grovvareselskab AmbA, Συλλογή [1994] I-5641, σκέψη 47; Πρωτοδικείο ΕΕ, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, T-139/98, AAMS κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001 II-3413, σκέψη 51; Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, T-65/98, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4653, σκέψη 154; Aπόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. 2369, σκέψη 99). Το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει σε επιχείρηση να κατακτά, με τις δικές της ικανότητες, τη δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά και μολονότι, κατά μείζονα λόγο, η διαπίστωση της υπάρξεως μιας τέτοιας δεσπόζουσας θέσεως δεν συνεπάγεται καθεαυτή καμία μομφή έναντι της ελεγχόμενης επιχείρησης (βλ., ΔΕΕ, Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, C-322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή [1983]  3461, σκέψη 57; Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000, C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή [2000] I 1365, σκέψη 37), κατά πάγια ωστόσο νομολογία, η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση υπέχει ειδική ευθύνη να μη θίγει, με τη συμπεριφορά της, τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά (βλ, ΔΕΕ, Απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C 202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή [2009] I 2369, σκέψη 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως προκύπτει εν γένει από τη συνδρομή πολλών παραγόντων, οι οποίοι, λαμβανόμενοι μεμονωμένα, δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη καθοριστικοί (βλ. ΔΕΕ, Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, C- 27/76, United Brands Company και United Brands Continentaal BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή [1978] 207, σκέψη 66; Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-250/92, Gottrup Klimm Grovvareforening κατά Dansk Landbrugs Grovvareselskab AmbA, Συλλογή [1994] I-5641, σκέψη 47). Μεταξύ των παραγόντων αυτών, προεξέχουσα θέση έχει η ύπαρξη ιδιαιτέρως σημαντικών μεριδίων αγοράς. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, τα ιδιαιτέρως σημαντικά μερίδια αγοράς συνιστούν, αφ’ εαυτών, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, απόδειξη περί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως. Η κατοχή ιδιαιτέρως σημαντικού μεριδίου αγοράς θέτει την επιχείρηση που κατέχει το μερίδιο αυτό επί ορισμένη περίοδο, με τον όγκο παραγωγής και προσφοράς που αντιπροσωπεύει –δεδομένου ότι οι κάτοχοι αισθητά μικρότερων μεριδίων δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν ταχέως τη ζήτηση εκ μέρους πελατών που θα επιθυμούσαν ενδεχομένως να εγκαταλείψουν την κατέχουσα το σημαντικότερο μερίδιο επιχείρηση–, σε θέση ισχύος που την καθιστά αναπόφευκτο εταίρο και, ήδη για τον λόγο αυτόν, της εξασφαλίζει, τουλάχιστον επί σχετικά μεγάλες περιόδους, την ανεξαρτησία συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει τη δεσπόζουσα θέση (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης  Φεβρουαρίου 1979, C- 85/76, Hoffmann-La Roche & Co. AG κατά Επιτροπής, Συλλογή [1979] 461, σκέψη 41; Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-200/92, Συλλογή [1999] I-04399, σκέψη 256; Aπόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. 2369, σκέψη 147; Πρωτοδικείο ΕΕ, απόφαση της, T-65/98, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή [2004] 4, σκέψη 154; Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, Τ-336/07, Telefonica κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκέψη 147).

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μερίδιο αγοράς 50 % αποτελεί, αφ’ εαυτού και πλην εξαιρετικών περιστάσεων, δεσπόζουσα θέση (βλ. Δικαστήριο ΕΕ Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, C-62/86, AKZO Chemie BV κατά Επιτροπής, Συλλογή [1991] I-03359, σκέψη 60; Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-200/92, Συλλογή [1999] I-04399, σκέψη 256). Ομοίως, μερίδιο αγοράς 70 % έως 80 % συνιστά, αυτό καθεαυτό, σαφή ένδειξη περί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως (βλ. Πρωτοδικείο ΕΕ, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1991, Τ-30/89, Hilti AG κατά Επιτροπής, Συλλογή [1991] ΙI-01439, σκέψη 92; απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 907, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-200/92, Συλλογή [1999] I-04399, σκέψη 257).

Περαιτέρω, πρόσθετα κριτήρια για τον προσδιορισμό της δεσπόζουσας θέσης, όπως διαμορφώθηκαν και ακολουθούνται από την νομολογία του ΔΕΕ είναι :

  • Το ποσοστό συμμετοχής άλλων ανταγωνιστών στην αγορά – Το μερίδιο αγοράς μιας επιχείρησης προκειμένου να αποτελέσει επαρκή ένδειξη δεσπόζουσας θέσης πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα μερίδια αγοράς των κύριων ανταγωνιστών της.
  • Η ύπαρξη φραγμών εισόδου στη συγκεκριμένη αγορά που εμποδίζουν την ανάπτυξη του δυνητικού ανταγωνισμού – Οι φραγμοί εισόδου δύνανται να ανήκουν σε μία από τις ακόλουθες δύο κατηγορίες: (α) διαρθρωτικοί φραγμοί εισόδου και (β) νομοθετικοί-κανονιστικοί φραγμοί εισόδου. Διαρθρωτικοί φραγμοί εισόδου υφίστανται σε περιπτώσεις όπου η φύση της τεχνολογίας σε συνδυασμό με τα σχετικά κόστη που συνεπάγεται η εφαρμογή της και/ή το επίπεδο της ζήτησης υπηρεσιών είναι τέτοια που οδηγούν σε διαφορετικές συνθήκες/ ασύμμετρους όρους μεταξύ υφιστάμενων και νεοεισερχόμενων φορέων, παρεμποδίζοντας ή αποκλείοντας την είσοδο των τελευταίων στην αγορά. Οι νομοθετικοί-κανονιστικοί φραγμοί εισόδου απορρέουν από νομοθετικά, διοικητικά ή άλλου είδους κρατικά μέτρα τα οποία έχουν άμεσο αντίκτυπο στους όρους εισόδου ή/ και τοποθέτησης φορέων εκμετάλλευσης στη σχετική αγορά (βλ. Jones Alison, Sufrin Brenda (2008), EC Competition Law, 3rd Edition, Oxford : Oxford University Press, pp. 84 – 92 and 407 – 425. Σχετικά με την προκειμένη περίπτωση βλ. Ενδεικτικά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση της 18ης Ιουλίου 1988, Υπόθεση IV/30.178, Napier Brown v British Sugar, OJ L 284, 19.10.1988, σκέψεις 56 – 60).
  • Λοιποί παράγοντες – Άλλοι παράγοντες που έχουν θεωρηθεί ως ενδεικτικοί της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης είναι η συνολική δύναμη της επιχείρησης, η ποικιλία των προϊόντων της, η ισχύς επί των τιμών η ύπαρξη οικονομιών κλίμακας, η συμπεριφορά της αλλά και η δύναμη των καταναλωτών να επιδρούν στις επιχειρηματικές αποφάσεις μιας επιχείρησης.

Καταχρηστική Εκμετάλλευση Δεσπόζουσας Θέσης

Η απαγόρευση της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως καλύπτει κάθε συμπεριφορά που μπορεί να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς και που έχει ως αποτέλεσμα να κωλύεται η διατήρηση του υφισταμένου στην αγορά ανταγωνισμού ή η ανάπτυξή του, λόγω της χρησιμοποιήσεως διαφορετικών μέσων από εκείνα που διέπουν τον κανονικό ανταγωνισμό (Βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, C – 85/76, Hoffmann – La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή [1979] 461, σκέψη 91; Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, C- 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή [1983] 3461, σκέψη 70, Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, C-62/86, AKZO Chemie BV κατά Επιτροπής, Συλλογή [1991] I-03359, σκέψη 69; Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2007, C-95/04, British Airways plc κατά Επιτροπής, Συλλογή [2007] I – 02331 σκέψη 66).

Η έννοια της κατάχρησης είναι έννοια αντικειμενική υπό την έννοια ότι αρκεί η ελεγχόμενη συμπεριφορά να δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ανταγωνισμού, ανεξάρτητα αν επήλθε ο περιορισμός του ανταγωνισμού ή όχι (βλ. ΠΕΕ, υπόθεση Irish Sugar κατά Επιτροπής, 7.10.1999, Τ-228/97, Συλλ. 1999, σελ. ΙΙ-2969, σκέψη 191). Πρόκειται για επιρροή της συμπεριφοράς της επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση, στη δομή του ανταγωνισμού. Έτσι προκειμένου να αξιολογηθεί αν η συμπεριφορά μιας επιχείρησης, που κατέχει δεσπόζουσα θέση είναι καταχρηστική ή όχι εξετάζεται η μορφή και μόνο της υπό κρίση συμπεριφοράς και όχι τα αποτελέσματά της. Και μάλιστα γίνεται δεκτό ότι η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση έχει ιδιαίτερη ευθύνη να μη διακινδυνεύει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό (βλ. ΔΕΕ, απόφαση 9.11.1983, C-322/81, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3461, σκέψη 57).

Στα πλαίσια αυτά, το άρθρο 2 του Ν. 3959/2011, όπως ερμηνεύεται με βάση τη νομολογία του ΔΕΕ, απαγορεύει σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να εφαρμόζει τιμολογιακές πρακτικές οι οποίες αναπτύσσουν αποτελέσματα αποκλεισμού για τους εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές της, πραγματικούς ή εν δυνάμει, ήτοι πρακτικές οι οποίες καθιστούν δυσχερέστερη, ή ακόμα και αδύνατη, την πρόσβαση των ανταγωνιστών στην αγορά, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δεσπόζουσα θέση της με μέσα άλλα από εκείνα που εντάσσονται στο πλαίσιο υγιούς ανταγωνισμού (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-280/08, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, Συλλογή [2010] I-09555, σκέψη 177; Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C-52/09, Konkurrensverket v TeliaSonera Sverige AB, σκέψεις 39 – 40 με εκεί παραπομπές σε περαιτέρω νομολογία).

Προϋπόθεση για την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς μίας επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση είναι η πρότερη απόδειξη ότι τέτοια συμπεριφορά τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή, με άλλα λόγια, ότι η ελεγχόμενη συμπεριφορά είναι ικανή να έχει τέτοιο αποτέλεσμα (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2007, C-95/04, British Airways plc κατά Επιτροπής, Συλλογή [2007] I – 02331 σκέψη 30). Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αποδειχθεί η επέλευση κάποιου αποτελέσματος αντίθετου προς τους κανόνες του ανταγωνισμού (βλ. Πρωτοδικείο ΕΕ, απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, T-271/03, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, Συλλογή [2008] II-477, σκέψη 234).  Καταχρηστικές δεν είναι μόνο οι πρακτικές που ζημιώνουν άμεσα τους καταναλωτές αλλά και οι πρακτικές που ζημιώνουν τους καταναλωτές, πλήττοντας τον ανταγωνισμό. Επομένως, η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση υπέχει ειδική ευθύνη να μη θίγει με τη συμπεριφορά της τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της αγοράς (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-280/08, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, Συλλογή [2010] I-09555, σκέψη 176 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Οι Αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού

Σε περίπτωση που λαμβάνει χώρα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από επιχείρηση σε αγορά της Ελληνικής επικράτειας, αρμόδια για την επιβολή του Ν. 3959/2011 και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ είναι η Επιτροπή Ανταγωνισμού (άρθρο 14 § 1 του Ν. 3959/2011). Ιδίως, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει την αρμοδιότητα κατ’ αρχάς να διαπιστώνει αν υφίσταται παράβαση του δικαίου ελεύθερου ανταγωνισμού και, στη συνέχεια, να απειλεί ή και να επιβάλλει πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, καθώς και, όπου κρίνει αναγκαίο, να λαμβάνει προσωρινά μέτρα (άρθρο 14 § 2 του Ν. 3959/2011).

Ειδικότερα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αν, ύστερα από σχετική έρευνα που διεξάγεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας ή αίτησης του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, διαπιστώσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί (άρθρο 25 § 1 του Ν. 3959/2011) :

  1. να απευθύνει συστάσεις,
  2. να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν την παράβαση και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον,
  3. να επιβάλει μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, τα οποία πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορα για την παύση της παράβασης, ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα αυτής. Μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση που είτε δεν υφίστανται εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είτε όλα τα εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είναι ενδεχομένως επαχθέστερα από τα μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα,
  4. να επιβάλει πρόστιμο.

Το πρόστιμο που επαπειλείται ή επιβάλλεται μπορεί να φτάνει μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης της χρήσης κατά την οποία έπαυσε η παράβαση ή, αν αυτή συνεχίζεται μέχρι την έκδοση της απόφασης, της προηγούμενης της έκδοσης της απόφασης χρήσης. Σε περίπτωση ομίλου εταιρειών, για τον υπολογισμό του προστίμου, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός κύκλος εργασιών του ομίλου (άρθρο 25 § 2 του Ν. 3959/2011).

Το άρθρο 23 § 3 του Κανονισμού (EΚ) 1/2003, που τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στην Ελληνική έννομη τάξη και δεσμεύει την Ελληνική Αρχή Ανταγωνισμού, καταστρώνει ως βασικά κριτήρια για την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων περί παραβίασης του δικαίου του ανταγωνισμού τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. Επιπρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημοσιεύσει στο πλαίσιο του Κανονισμού «Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων», όπου εκλεπτύνει τα παραπάνω κριτήρια (βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παρ. 2 σημείο α) του Κανονισμού 1/2003, (2006/C 210/02). Σύμφωνα μάλιστα με τον παραπάνω Κανονισμό προβλέπεται ως επιβαρυντική η περίσταση κατά την οποία η υπό έλεγχο επιχείρηση επαναλαμβάνει την ίδια ή παρόμοια παράβαση μετά τη διαπίστωση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από εθνική αρχή ανταγωνισμού ότι η εν λόγω επιχείρηση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 101 – 102 ΣυνθΛΕΕ. Σε τέτοιες περιπτώσεις το βασικό ποσό θα πρέπει να προσαυξάνεται έως 100 % για κάθε διαπιστωμένη παράβαση αυτού του είδους (βλ. παράγραφο 28 του Κανονισμού).

Στα πλαίσια αυτά το άρθρο 25 § 2α του Ν. 3959/2011 προβλέπει πιο αναλυτικά ότι : «(γ)ια τον καθορισμό του ύψους του προστίμου λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα, η διάρκεια, η γεωγραφική έκταση της παράβασης, η διάρκεια και το είδος της συμμετοχής στην παράβαση της συγκεκριμένης επιχείρησης, καθώς και το οικονομικό όφελος που αποκόμισε. Εφόσον είναι δυνατόν να υπολογιστεί το ύψος του οικονομικού οφέλους της επιχείρησης από την παράβαση, το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό, ακόμα και αν υπερβαίνει το ποσοστό που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας».

Από την παραπάνω διατύπωση του νόμου προκύπτει ότι τα κριτήρια επιμέτρησης των προστίμων του άρθρου 25 του Ν. 3959/2011 είναι :

  • Η σοβαρότητα της παράβασης,
  • Η διάρκεια αυτής,
  • Η γεωγραφική έκταση της παράβασης,
  • Η διάρκεια και το είδος της συμμετοχής στην παράβαση της συγκεκριμένης επιχείρησης, και
  • Το οικονομικό όφελος που η παρανομούσα επιχείρηση αποκόμισε.

 

Antonios Broumas
E-mail info@lawandtech.eu

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *