Βιομηχανική Ιδιοκτησία

Η βιομηχανική ιδιοκτησία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εμπορικά σήματα. Το εμπορικό σήμα είναι σημαντικό στοιχείο της άυλης αξίας μιας επιχείρησης, καθώς διακρίνει τα προϊόντα της και καθορίζει τη φήμη της. Η προστασία των εμπορικών σημάτων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 121-196 του Ν. 4072/2012, των άρθρων 1 και 13 του ν.δ. 146/1914 καθώς και των γενικών διατάξεων των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ.

Ο ειδικός νόμος, που προβλέπει το σύστημα δικαίου για την προστασία των εμπορικών σημάτων, είναι ο Ν. 4072/2012. Σκοπός του νόμου είναι η προστασία του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης αναφορικά με την προέλευση προϊόντων ή υπηρεσιών ομοίων ή συναφών με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το σήμα. Συγχρόνως, σκοπός του νόμου είναι η προστασία του δικαιούχου του σήματος από τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης της φήμης του και της υπονόμευσης της διακριτικής και διαφημιστικής δύναμής του (ΑΠ 371/2012, ΕφΑθ 2123/2014).

Ορισμοί
Σήμα μπορεί να αποτελέσει κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Μπορούν να αποτελέσουν σήμα ιδίως λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα (slogans) (άρθρο 121 § 1 του Ν. 4072/2012).

Σήμα φήμης ορίζεται από την νομολογία με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια κάθε σήμα, το οποίο (α) έχει αυξημένο βαθμό καθιέρωσης στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών. Απαιτείται δηλαδή επαρκής βαθμός γνώσεώς του από το κοινό, το οποίο αυτό αφορά, δηλαδή, ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κύκλος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται όπως είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσεως υφίσταται όταν το προγενέστερο σήμα είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του οικείου κοινού (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-301/07, PAGO, ΕΕμπΔ 2010, 472, σκέψεις 22-24, της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-375/97, General Motors, ΕΕμπΔ 2000, 180, σκέψεις 23-25, 26). (β) Διαθέτει μοναδικότητα, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα. (γ) Διαθέτει ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη. (δ) Απολαμβάνει ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, (ε) καλύπτει σημαντικό μερίδιο αγοράς στις σχετικές κατηγορίες προϊόντων, στ) έχει μακρά χρονική διάρκεια χρησιμοποίησης στην αγορά, (ζ) παρουσιάζει μεγάλο μέγεθος επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, και (η) χαίρει φήμης σε ευρεία γεωγραφική έκταση (ΔΕΚ, Υποθ. C-375/1997, ΣτΕ 2.812/1998).

Διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομα του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός). (ΑΠ 606/2005).

Ως εμπορική επωνυμία νοείται το υποχρεωτικό για τον έμπορο διακριτικό γνώρισμα του φορέα της επιχείρησης, το οποίο εντάσσεται στην ομάδα των διακριτικών γνωρισμάτων του προσώπου και με το οποίο συναλλάσσεται η επιχείρηση (άρθρο 4 § 2 του Ν. 1089/1980).

Παραποίηση σήματος αποτελεί η πιστή ή κατά τα κύρια μέρη αντιγραφή του (άρθρο 125 § 4 περ. α’, ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 660/2008 και 1604/2004, 330/2007, ΑΠ 1131/2005).

Απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία εξαρτώμενη από την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση του σήματος, άσχετα από τις επιμέρους ομοιότητες και διαφορές, μπορεί να προκαλέσει στον «μέσο» καταναλωτή της αντίστοιχης κατηγορίας προϊόντων», ο οποίος είναι εκείνος ο οποίος «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (άρθρο 125 § 4 περ. α’, πάγια νομολογία ΔΕΚ, πρβλ. μεταξύ άλλων υπόθ. C-252/2007, Intel, ΧρΙΔ 2010,365, υπόθ. C-361/2004, Ricaro/Ricasso, Αρμ 2007,1803, απόφ. από 6.5.2003, υπόθ. C-104/2001, Libertel Groep, ιδίως σκέψη 63 Nomos, απόφ. από 20.3.2003, υπόθ. C-291/2000, LTJ Diffusion SA, σκέψη 52 Nomos, απόφ. από 13.1.2000, υπόθ. C-220/1998, Estee Lauder, ΕλλΔνη 2000,1967 ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα»), σύγχυση ως προς την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (πρβλ. ΑΠ 371/2012 ΧρΙΔ 2012,533, ΑΠ 1751/2011,   ΑΠ 1088/2010 ΕλλΔνη 2010,1057, ΑΠ 1227/2008 Nomos, ΑΠ 1660/2008 ΕλλΔνη 2010,774, ΕφΑθ 3945/2012).

Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, ο μέσος καταναλωτής μπορεί να παραπλανηθεί, όσο αφορά είτε την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μίας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση (βλ. ΕφΑθ 103/2009 ό.π., ΕφΑθ 6762/2007 ό.π., ΕφΔωδ 11/2007 Nomos, ΠΠρΑθ 2275/2007 ό.π., ΜΠρΑμφ 286/2009 ΝοΒ 59,974, ΜΠρΑθ 7032/2008 ΕλλΔνη 2009,621, Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 1996, σελ. 338). Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (βλ. ΑΠ 310/1990 ΕλλΔνη 199,72, ΑΠ 197/1989 ΕλλΔνη 1990,1426, ΕφΘεσ 77/2007 ΕπισκΕΔ 2007,504, ΕφΠειρ 291/2005 ΠειρΝομ 2005,200, ΕφΑθ 6260/2002 ΕλλΔνη 2003,803).

Το Αποκλειστικό Δικαίωμα στο Εμπορικό Σήμα
Ο δικαιούχος σήματος έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει της παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα (άρθρο 125 § 1 του Ν. 4072/2012).

Ο δικαιούχος σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του (άρθρο 125 § 3 του Ν. 4072/2012) :

  1. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί,
  2. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης,

Ο δικαιούχος σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο (άρθρο 125 § 3 του Ν. 4072/2012) :

  1. την απλή διέλευση παραποιημένων ή απομιμητικών προϊόντων μέσα από την Ελληνική Επικράτεια με προορισμό άλλη χώρα ή την εισαγωγή με σκοπό την επανεξαγωγή,
  2. την επίθεση του σήματος σε γνήσια προϊόντα παραγωγής του που προόριζε να κυκλοφορήσει ως ανώνυμα,
  3. την αφαίρεση του σήματος από γνήσια προϊόντα και τη διάθεση τους στην αγορά ως ανώνυμων ή με άλλο σήμα.

Το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος αποκτάται με την καταχώριση του, δηλαδή αποκτάται από την ημέρα που υπεβλήθη η σχετική δήλωση / αίτηση (άρθρο 121 § 1 του Ν. 4072/2012, ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995).

Ο δικαιούχος εκπίπτει του δικαιώματος του ολικά ή μερικά (άρθρο 160 § 1 του Ν. 4072/2012) :

α. εάν, μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε ετών από την καταχώριση του σήματος, δεν κάνει ουσιαστική χρήση αυτού για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί ή αν διακόψει τη χρήση του σήματος για πέντε συνεχή έτη,
β. εάν, συνεπεία της συμπεριφοράς ή αδράνειας του δικαιούχου, το σήμα έχει καταστεί κοινόχρηστο ή συνήθης εμπορική ονομασία του προϊόντος ή της υπηρεσίας για το οποίο έχει καταχωρισθεί,
γ. εάν, λόγω της χρήσης του σήματος από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεση αυτού για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία τούτο έχει καταχωρισθεί, ενδέχεται να παραπλανηθεί το κοινό, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών.

Η προστασία του σήματος είναι δεκαετής και αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας κατάθεσης. Η προστασία δύναται να ανανεώνεται ανά δεκαετία με εμπρόθεσμη αίτηση του δικαιούχου, η οποία κατατίθεται εντός του τελευταίου έτους της προστασίας. Σε αντίθετη περίπτωση το σήμα διαγράφεται (άρθρο 148 του Ν. 4072/2012).

Το Αποκλειστικό Δικαίωμα σε Σήμα Φήμης
Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα σήματα φήμης. Στα σήματα αυτά παρέχεται διευρυμένη νομική προστασία πέραν της διά τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης.

Ο δικαιούχος σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του σημείου θα προσπόριζε στον τρίτο χρήστη, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος, ανεξάρτητα αν αυτό προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος (άρθρο 125 § 3 του Ν. 4072/2012).

Συνεπώς, επί σήματος φήμης δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης. Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ως άνω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από τη διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιούμενου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητα του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά. Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες (ΜΠΑ 9476/2012).

Πιο συγκεκριμένα, γενικές προϋποθέσεις παροχής της προστασίας ενός φημισμένου σήματος συνιστούν: i) η χρήση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το καταχωρισθέν σήμα σημείου χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, ii) η χρήση του σημείου στις συναλλαγές, ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους, και iii) η χρήση του σημείου «για προϊόντα ή υπηρεσίες», δηλαδή η επίθεσή του στα προϊόντα που εμπορεύεται ο τρίτος μη δικαιούχος ή η χρήση του κατά τρόπο ώστε να θεμελιώνεται σύνδεσμος μεταξύ του εν λόγω σημείου και των προϊόντων που εμπορεύεται ή των υπηρεσιών που παρέχει ο τρίτος. Ως ειδική προϋπόθεση της προστασίας τίθεται η άνευ εύλογης αιτίας χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με καταχωρισθέν σήμα σημείου, η οποία επιφέρει ή θα μπορούσε να επιφέρει έστω μία από τις κατωτέρω τρεις διαζευκτικά αναφερόμενες προσβολές του προγενέστερου σήματος: i) βλάβη στον διακριτικό χαρακτήρα του, ii) βλάβη στη φήμη του και iii) άντληση αθέμιτου οφέλους, είτε από τον διακριτικό χαρακτήρα, είτε από τη φήμη του (βλ. L’Oreal σκέψεις 34, 38, 42, της 27ης Νοεμβρίου 2008, C-252/07, Intel, ΧρΙΔ 2010, 365, σκέψεις 26-28, Αdidas II και σκέψη 40, της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-408/01, Adidas I, ΧρΙΔ 2004, 273, σκέψη 27, ΑΠ 1030/2008 ΧρΙΔ 2009, 264).

Η προσβολή του φημισμένου σήματος προϋποθέτει ορισμένου βαθμού ομοιότητα μεταξύ εκείνου και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, λόγω της οποίας το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει το σημείο με το σήμα, δηλαδή τα συνδέει μεταξύ τους, μολονότι δεν τα συγχέει. Συνεπώς, δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σήματος που χαίρει φήμης και του χρησιμοποιούμενου από τον τρίτο σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του ενδιαφερομένου κοινού. Αρκεί για τη διάγνωση της ύπαρξης του απαιτούμενου συνδέσμου το γεγονός ότι, όταν ο μέσος καταναλωτής, που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, αντικρίζει το μεταγενέστερο σήμα, ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο (βλ. L’Oreal, σκέψη 36, απόφαση ΔΕΚ της 12ης Μαρτίου 2009, C-320/07 P, Nasdaq, σκέψη 43, Intel σκέψεις 30, 60, Adidas ΙΙ σκέψη 41, Adidas Ι σκέψεις 28-29 και 31, ΑΠ 1030/2008 ό.π.). Από τα προπαρατιθέμενα προκύπτει ότι προστατεύεται αυτόνομα η διαφημιστική λειτουργία του φημισμένου σήματος, δηλαδή ανεξάρτητα από τη δημιουργία κινδύνου συγχύσεως ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών από συγκεκριμένη επιχείρηση (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, 2007, σελ. 75· ενδέχεται πάντως να συντρέχει και η «διπλή ταυτότητα» σημείων και προϊόντων/υπηρεσιών, αλλά και ο κίνδυνος σύγχυσης που καταφάσκει την ύπαρξη συνειρμικού συνδέσμου βλ. σχετ. ΑΠ 1030/2008, ό.π., ΠΠρΑθ 526/2011 ΕπισκΕΔ 2011, 560 αρ. 9).

Περιορισμοί του Δικαιώματος στο Σήμα
Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές (άρθρο 126 § 1 του Ν. 4072/2012, άρθρο 12 του Κανονισμού 207/2009 του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2009 για το κοινοτικό σήμα) :

α) το όνομα, το επώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνση τους,
β) ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά της,
γ) το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο.

Επιπρόσθετα, το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται (άρθρο 126 § 2 του Ν. 4072/2012).

Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, για τις οποίες αυτό χρησιμοποιήθηκε, εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του τη χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε συνεχών ετών εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη (άρθρο 127 § 1 του Ν. 4072/2012).

Επιπλέον, το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στο δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί με το σήμα αυτό μέσα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο από τον ίδιο το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεση του, εκτός αν ο δικαιούχος έχει εύλογη αιτία να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων, ιδίως όταν η κατάσταση των προϊόντων μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται μετά τη διάθεση της στο εμπόριο (άρθρο 128 του Ν. 4072/2012).

Οι διατάξεις, που προβλέπουν τους περιορισμούς του δικαιώματος στο σήμα, ως εισάγουσες εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων έχει κριθεί ότι η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του συνιστά νόμιμη χρήση, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

  1. Η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου.
  2. Η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία.
  3. Η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και
  4. Η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος.

Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος (απόφαση ΔικΕΕ 17-3/2005 στην υπόθεση C-228/2003). Τέτοια είναι ιδίως η περίπτωση χρήσης σήματος όταν πρόκειται για εξαρτήματα η ανταλλακτικό, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο (άρθρο 6 Οδηγίας 89/104/ΕΚ).

Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο. Η κρίση περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (ΔικΕΕ απόφαση 17-3/2005, υπόθ. C-228/2003).

Χρήση εν είδει σήματος υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (πρβλ. ΑΠ 62/2013,   ΑΠ 344/2013,   371/2012,   ΑΠ 571/2011,   ΑΠ 1477/2011,   ΑΠ 670/2010, ΧριΔ 2011.294, ΕφΑθ 2123/2014,   ΕφΑθ 6157/2012,   ως προς τον Ν 2239/1994 «Περί σημάτων», Μ.Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, αριθμ. 441-450, σελ. 205-210, Ν. Ρόκας,   § 24, αριθμ. 53-55, σελ. 69-71).

Τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ή πάντως περιορίζεται σημαντικά), αν τυχόν προσδιοριστικές ενδείξεις τίθενται λόγου χάρη με μικρά γράμματα, ώστε να διακρίνονται από το κύριο σήμα (Ν. Ρόκας, § 24, αριθμ. 54, σελ. 69). Χρήση «εν είδει σήματος» δεν υπάρχει, αν ο τρίτος χρησιμοποιεί το σήμα μόνο για να περιγράφει τις ειδικές ιδιότητες του προϊόντος (ΕφΠειρ 220/2004) ή τον προορισμό του προϊόντος (ΔικΕΕ απόφαση 17-3/2005, υπόθ. C- 228/2003). Τρίτος μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει το όνομά του ως επωνυμία παρά το ότι το ίδιο το όνομα έχει καταθέσει άλλος ως σήμα, αρκεί να μην γίνεται «εν είδει σήματος» (ΑΠ 1131/1995,   ΠΠρΑθ 1512/2000, ΔΕΕ 2001.596 ως προς τον Ν 2239/1994). Ομοίως, τρίτος μπορεί να χρησιμοποιεί το σήμα άλλου ως διακριτικό τίτλο, εφόσον η χρήση αυτή δεν γίνεται με τη μορφή του σήματος (ΑΠ 711/1988 ΕΕμπΔ 1990,313 ως προς τον Ν 2239/1994). Συνεπώς, με την καταχώρηση σήματος δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, τη διεύθυνσή του κ.λπ., αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται «εν είδει σήματος (ΑΠ 571/2011).

Οι ανωτέρω διατάξεις μπορούν να εφαρμοσθούν αναλογικά και στη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων του άρθρου 13 του Ν 146/1914 «Περί αθέμιτου ανταγωνισμού» (Μ.Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, αριθμ. 431, σελ. 202). Εξάλλου, η αρχή της προτεραιότητας που ισχύει στα διακριτικά γνωρίσματα περιορίζεται, χωρίς να εκτοπίζεται πλήρως, στην περίπτωση συνώνυμων διακριτικών γνωρισμάτων επιχείρησης ή φορέων επιχείρησης. Τούτο συμβαίνει, όταν φορείς του ιδίου ονόματος το χρησιμοποιούν προς διάκριση της επιχείρησης ή του επιχειρηματικού φορέα. Έκαστος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί το όνομά του στις συναλλαγές ή ως συστατικό επωνυμίας, διακριτικού τίτλου ή και σήματος, αρχή που απορρέει από την ελευθερία δράσης του ατόμου. Τούτο ισχύει με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει καταχρηστική χρησιμοποίηση του ονόματος, η οποία αντίκειται στα άρθρα 1 του Ν 146/1914 «Περί αθεμίτου ανταγωνισμού» και 281, 914 και 919 ΑΚ. Η εξισορρόπηση των ανατιθέμενων συμφερόντων επιτυγχάνεται όταν εκείνος που χρησιμοποιεί μεταγενέστερα το όνομά του στις συναλλαγές υποχρεούται να πράξει οτιδήποτε είναι ενδεδειγμένο για να αποτραπεί ο κίνδυνος σύγχυσης (ΑΠ 711/1988). Η υποχρέωση αυτή υλοποιείται με τη χρήση κατάλληλων επεξηγηματικών προσθηκών, τον τονισμό του κυρίου ονόματος, το διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα ή την επίθεση άλλου προσδιορισμού (ΑΠ 1131/1995,  ). Ο προγενέστερος φορέας του ονόματος θα πρέπει να αποδεχθεί το γεγονός ότι υπάρχει ένα «κατάλοιπο» σύγχυσης στην αγορά (Μ.Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, αριθμ. 446-449, σελ. 214-216).

Προστασία Σήματος με Βάση τον Ν. 4072/2012
Όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλον, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. Δεδομένου του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ’ αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στο δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου.

Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων) (ΑΠ 62/2013).

Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προσόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση (βλ. ΔικΕΕ υπόθ. 206/2011, απόφ. από 12.11.2002 Arsenal σκέψη 50). Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων (ΑΠ 344/2013).

Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του (Α.Π. 1585/1991).

Τρεις ειδικότερα είναι οι βασικές παράμετροι που προσδιορίζουν τον κίνδυνο σύγχυσης («μοντέλο των τριών παραμέτρων») (ΔικΕΕ απόφ. από 29.9.1998, υπόθ. C-39/1997, Canon, σκέψη 17, ΔΕΕ 1998,1072, ΔιΔικ 11,519) :

I) Η ομοιότητα των σημείων,
II) η ομοιότητα των εμπορευμάτων-υπηρεσιών και
III) η διακριτική δύναμη των εκατέρωθεν διακριτικών σημείων.

Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης υπόθεσης (πρβλ. ΔΙΚΕΕαπόφ. από 6.10.2005, υπόθ. C-120/2004, Medion, σκέψη 26, ΧρΙΔ 2006,741, ΔΙΚΕΕαπόφ. από 22.6.2000, υπόθ. C-425/1998, Marca Moda, σκέψη 40 Nomos, ΔΙΚΕΕαπόφ. από 22.6.1999, υπόθ. C-327/1997, Lloyd, σκέψη 18, ΕλλΔνη 2000,1488 ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα»). Τα κριτήρια αυτά ευρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, με την έννοια ότι ένα «επιπλέον» στο ένα κριτήριο μπορεί να αντισταθμίσει ένα «μείον» που συντρέχει στο άλλο κριτήριο (πρβλ. ΔΙΚΕΕαπόφ. από 29.9.1998, υπόθ. C-39/1997 Canon, σκέψη 17,   ΠΕΚ απόφ. από 10.4.2003, υπόθ. Τ-195/2000, Travelex Global and Financial Services, σκέψη 106, ΧρΙΔ 2004,756 ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα»). Σημασία έχει η γενική εντύπωση που δημιουργείται στον καταναλωτή ή αποδέκτη των προϊόντων ή υπηρεσιών (πρβλ. ΔΙΚΕΕαπόφ. από 6.10.2005 υπόθ. C- 120/2004, Medion, σκέψη 26,   ΔΙΚΕΕαπόφ. από 22.6.1999, υπόθ. C-327/1997 Lloyd, σκέψη 25,   ΔΙΚΕΕαπόφ. από 11.11.1997, C-251/1995, Sabel, σκέψη 23, Συλλογή Νομολογίας 1997.1-6191, ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα», ΣτΕ 1180/2010, ΕΕμπΔ 2010,737 ως προς τo Ν 2239/1994).

Η διαφοροποίηση πρέπει να είναι τέτοια, ώστε κατ’ αποτέλεσμα να μην φαίνεται πιθανή η σύγχυση μεταξύ τους (πρβλ. ΔΙΚΕΕαπόφ. από 23.3.2006, υπόθ. C-206/2004, Muehlens, σκέψεις 21 και 36, ΧρΙΔ 2007,71, ΔΙΚΕΕαπόφ. από 12.1.2006, υπόθ. C-361/2004, Picasso, σκέψη 20, ο.α ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα»). Ο κίνδυνος σύγχυσης είναι τόσο μεγαλύτερος όσο σημαντικότερη είναι η διακριτική ισχύ του προγενέστερου σήματος (ΔΙΚΕΕαποφ. από 22.6.2000, υπόθ. C- 425/1998, Marca Moda, σκέψεις 38, 39 και 41,   ΔΙΚΕΕαπόφ. από 22.6.1999, υπόθ. C-327/1997 Lloyd,   ΔΙΚΕΕαπόφ. από 29.9.1998, υπόθ. C-39/1997, Canon, σκέψη 17,   ΔΙΚΕΕαπόφ. από 11.11.1997, C-251/1995, Sabel, σκέψη 24,   ως προς τον Καν. (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα», ΑΠ 249/2014 Nomos, ως προς το Ν 2239/1994).

Προκειμένου ειδικότερα, για το σύνθετο σήμα που αποτελείται από λέξεις και απεικονίσεις, η παραποίηση ή η απομίμηση αυτού κρίνεται με βάση τη συνολική εντύπωση (πρβλ. ΑΠ 1751/2011,   ΑΠ 1227/2008,   ΑΠ 1131/1995 ΕλλΔνη 37,1605, ΕφΑθ 840/2012 ΔΕΕ 2012,457, ΕφΑθ 3945/2012,   ΕφΑθ 873/2010 ΔΕΕ 2010,551, ΕφΑθ 1617/2010 ΔΕΕ 2010,780 ως προς τον Ν 2239/1994). Ειδικότερα, στην περίπτωση σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2009).

Έννομη Προστασία Εμπορικής Επωνυμίας και Διακριτικού Τίτλου
Όποιος ασκεί εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση αναγγέλλει την έναρξη των εργασιών του στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (άρθρα 4-7 του Ν. 1089/1980). Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η αναγγελία είναι και η εμπορική ή εταιρική επωνυμία, υπό την οποία διεξάγονται οι εργασίες της επιχείρησης. Κάθε νέα επωνυμία πρέπει να διαφέρει κατά τρόπο ευδιάκριτο από άλλες επωνυμίες, που έχουν ήδη εγγράφει στο ίδιο πρωτόκολλο (άρθρο 4 § 3 του Ν. 1089/1980).

Η εμπορική επωνυμία διαφοροποιείται από το διακριτικό γνώρισμα, είτε της επιχείρησης και του εμπορικού της καταστήματος (διακριτικός τίτλος), είτε των προϊόντων αυτής (σήμα και διασχηματισμός). Το δικαίωμα στην εμπορική επωνυμία αποκτάται κατά το ουσιαστικό σύστημα, με την προτεραιότητα στην πραγματική χρησιμοποίησή της στις συναλλαγές, αρχή που διατρέχει όλο το δίκαιο των διακριτικών γνωρισμάτων, ενώ η καταχώριση έχει απλώς δηλωτική σημασία και αποτελεί μαχητό τεκμήριο για το ότι αυτός που την ενέγραψε πρώτος είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Η σύγκρουση μεταξύ εμπορικών επωνυμιών που νόμιμα σχηματίστηκαν αίρεται με τη κατίσχυση της επωνυμίας εκείνης που κτήθηκε παλαιότερα (ΑΠ 1529/2008 ΕλλΔνη 2011,987, ΕφΑθ 5121/2006 ΕλλΔνη 2007,526, ΕφΑθ 8221/2000,   ΕφΘεσ 1422/2007,   ΠΠρΑθ 6436/2008 Nomos, Θ. Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, Έκδοση Ε’, σημ. 1, σελ. 396).

Ο δικαιούχος εμπορικής επωνυμίας έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί αποκλειστικώς και να συναλλάσσεται με αυτή, δικαιούμενος να αιτείται και δικαστική προστασία της επωνυμίας και του τίτλου του (άρθρα 8 του Ν. 1089/1980 και 57 επ. ΑΚ). Το δικαίωμα στην προστασία της εμπορικής επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου είναι απόλυτο. Κάθε προσβολή του είναι παράνομη, εφόσον δεν υπάρχει λόγος που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα. Για την προστασία της αξίωσης του δικαιούχου για άρση και παράλειψη της προσβολής, η οποία συντελείται με την αμφισβήτηση του δικαιώματος στην επωνυμία και το διακριτικό τίτλο ή και με τη χρήση τους από άλλον, δεν απαιτείται ο προσβολέας να ενεργεί με υπαιτιότητα, αλλά αρκεί ότι γίνεται χρήση της ξένης επωνυμία με ασήμαντες ή επουσιώδεις παραλλαγές κατά τρόπο που αντικειμενικώς μπορεί να προκαλέσει σύγχυση.

Σε περίπτωση προσβολής της επωνυμίας, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο συντρέχει, όταν ο προσβολέας ενεργεί με πρόθεση να επιφέρει σύγχυση και να επωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα της προσβαλλόμενης επωνυμίας. Το ίδιο δικαίωμα, άλλωστε, μπορεί να θεμελιωθεί και στις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α’ και 14 εδ. τελ. του Ν 146/1914, εναντίον εκείνου που χρησιμοποιεί στις συναλλαγές διακριτικό γνώρισμα, ήτοι τον τίτλο του καταστήματος, της επιχείρησης ή του εντύπου, άλλου προσώπου, έτσι ώστε, παρά την επουσιώδη παραλλαγή, να δημιουργείται από τη χρήση του αντικειμενικά δυνατότητα πρόκλησης στο κοινό σύγχυσης των διακριτικών γνωρισμάτων ως προς τη σημασία τους για την εξατομίκευση των φορέων τους, δηλαδή των αντίστοιχων επιχειρήσεων (ΑΠ 167/2000 ΕλλΔνη 2000,771, ΑΠ 197/1989 ΕλλΔνη 31,1426, ΕφΑθ 5121/2006,   ΕφΑθ 8221/2000,   ΕφΘεσ 77/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007,504, ΕφΛαρ 217/2005,   ΠΠρΑθ 3096/2007 Nomos, ΠΠρΛασ 55/2009 ΧρΙΔ 2009,929).

Ένδικα Μέσα για την Προστασία Σήματος με Βάση τον 4072/2012
Ο δικαιούχος παράνομα προσβαλλόμενου σήματος μπορεί να προχωρήσει σε αγωγή σε βάρος των τρίτων προσβαλλόντων καθώς και ενδιαμέσων, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται για την προσβολή, με αίτημα (άρθρο 150 § 1, 2, 4 και 5 του Ν. 4072/2012).

  1. Την άρση της προσβολής.
  2. Την παράλειψή της στο μέλλον.
  3. Την αποζημίωσή του για την επελθούσα ζημία.
  4. Την χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη.
  5. Την απόσυρση από το εμπόριο των εμπορευμάτων που κρίθηκε ότι προσβάλλουν δικαίωμα του σήματος και, εφόσον απαιτείται, των υλικών που κυρίως χρησίμευσαν στην προσβολή.
  6. Την αφαίρεση του προσβάλλοντος σήματος ή του διακριτικού γνωρίσματος ή, εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν, την οριστική απομάκρυνση των εμπορευμάτων που φέρουν το προσβάλλον σημείο από το εμπόριο, και
  7. Την καταστροφή αυτών.

Το δικαστήριο διατάσσει εκτέλεση των μέτρων αυτών με έξοδα του προσβάλλοντος το σήμα, εκτός αν συνηγορούν ειδικοί λόγοι για το αντίθετο.

Εφόσον το δικαστήριο καταδικάσει σε παράλειψη πράξης, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή 3.000 έως 10.000 ευρώ υπέρ του δικαιούχου, καθώς και προσωπική κράτηση μέχρι ένα έτος. Το ίδιο ισχύει και όταν η καταδίκη γίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 150 § 1 και 2 του Ν. 4072/2012 και 947 ΚΠολΔ).

Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και την απώλεια κερδών που υφίσταται ο δικαιούχος και τα τυχόν οφέλη που αποκόμισε ο προσβάλλων το σήμα (άρθρο 150 § 7 του Ν. 4072/2012). Πέραν από το ύψος της επελθούσας ζημίας η αποζημίωση δύναται να υπολογίζεται εναλλακτικά και με βάση το ποσό το οποίο θα είχε καταβάλει ο προσβάλλων για δικαιώματα ή λοιπές αμοιβές, αν είχε ζητήσει την άδεια χρήσης από τον δικαιούχο (άρθρο 150 § 6 του Ν. 4072/2012). Αν δεν υπάρχει υπαιτιότητα του υπόχρεου, ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει είτε το ποσό, κατά το οποίο ο υπόχρεος ωφελήθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος χωρίς τη συγκατάθεση του, είτε την απόδοση του κέρδους που ο υπόχρεος απεκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή (άρθρο 150 § 8 του Ν. 4072/2012).

Η αγωγή εγείρεται ενώπιον του αρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως ποσού και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Η αξίωση για αποζημίωση παραγράφεται μετά πενταετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο έγινε το πρώτον η προσβολή. Επί διακοπής της παραγραφής νέα παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του έτους στο οποίο συνέπεσε το πέρας της διακοπής. Η υπόθεση μπορεί να εισαχθεί και στο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο, εφόσον ασκούνται και άλλες αξιώσεις (άρθρο 150 § 9-10 του Ν. 4072/2012).

Προκειμένου για ταυτόσημο σήμα για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες, καθώς και για σήμα που διαφέρει ως προς τα στοιχεία που δεν μεταβάλλουν το διακριτικό του χαρακτήρα, για την πλήρη απόδειξη προσβολής αρκεί η προσκόμιση του πιστοποιητικού καταχώρισης του προσβαλλόμενου σήματος (άρθρο 150 § 11 του Ν. 4072/2012). Το δικαστήριο δύναται, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, να διατάξει την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου (άρθρο 151 § 1 του Ν. 4072/2012). Μπορεί επίσης, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να διατάξει την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου (άρθρο 151 § 2 του Ν. 4072/2012). Περαιτέρω, δύναται και πριν από την ορισμένη δικάσιμο, ύστερα από αιτιολογημένο αίτημα του διαδίκου που υποβάλλεται με την αγωγή ή και αυτοτελώς στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων, να διατάσσει την παροχή από τον αντίδικο πληροφοριών για την προέλευση και τα δίκτυα διανομής των εμπορευμάτων ή της παροχής των υπηρεσιών που προσβάλλουν το σήμα. Το ίδιο μπορεί να διατάσσεται και κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο: α) βρέθηκε να κατέχει παράνομα τα εμπορεύματα σε εμπορική κλίμακα, β) βρέθηκε να χρησιμοποιεί τις παράνομες υπηρεσίες σε εμπορική κλίμακα, γ) διαπιστώθηκε ότι παρείχε, σε εμπορική κλίμακα, υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες για την προσβολή σήματος ή δ) ευλόγως υποδείχθηκε από πρόσωπο των τριών προηγούμενων περιπτώσεων ως ενεργά εμπλεκόμενο στην παραγωγή, κατασκευή ή διανομή των εμπορευμάτων ή στην παροχή των υπηρεσιών που παράγονται ή προσφέρονται σε εμπορική κλίμακα (άρθρο 151 § 3 του Ν. 4072/2012). Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν, εφόσον ενδείκνυται: α) τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις των παραγωγών, κατασκευαστών, διανομέων, προμηθευτών και λοιπών προηγούμενων κατόχων του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθώς και των παραληπτών χονδρεμπόρων και των εμπόρων λιανικής, β) πληροφορίες για τις ποσότητες που παρήχθησαν, κατασκευάστηκαν, παραδόθηκαν, παραλήφθηκαν ή παραγγέλθηκαν, καθώς και για το τίμημα που αφορά στα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες.

Αν ο αντίδικος κληθεί και αδικαιολόγητα δεν προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, οι αντίστοιχοι προς απόδειξη ισχυρισμοί του διαδίκου που ζήτησε την προσκόμιση ή την κοινοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων θεωρούνται ομολογημένοι. Επιπρόσθετα, όποιος αδικαιολόγητα παραβεί τη σχετική διαταγή του δικαστηρίου καταδικάζεται, εκτός από τα δικαστικά έξοδα και σε χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ (άρθρο 151 § 7-8 του Ν. 4072/2012).Τέλος, εφόσον ο υπόχρεος προς πληροφόρηση παράσχει ανακριβείς πληροφορίες από δόλο ή από βαρεία αμέλεια, ευθύνεται για τη ζημία που εκ του λόγου τούτου προξένησε (άρθρο 151 § 9 του Ν. 4072/2012).

Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, ο δικαιούχος προσβαλλόμενου σήματος μπορεί επιπρόσθετα να ζητήσει τα εξής ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 153 § 1-3 του Ν. 4072/2012) :

  1. Την προσωρινή άρση της προσβολής και την παράλειψή της μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κύριας δίκης.
  2. Τη συντηρητική κατάσχεση ή την προσωρινή απόδοση των εμπορευμάτων με το προσβάλλον διακριτικό γνώρισμα προκειμένου να εμποδιστεί η είσοδος ή η κυκλοφορία τους στο δίκτυο εμπορικής διανομής.
  3. Τη συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του προσβάλλοντος τρίτου καθώς και τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του. Για το σκοπό αυτόν ζητεί από τον προσβολέα την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων ή την προσήκουσα πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες με τον όρο ότι διασφαλίζεται η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

Ο δικαιούχος σήματος μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και κατά των ενδιαμέσων, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του σήματος του (άρθρο 153 § 8 του Ν. 4072/2012).

Τα ασφαλιστικά αυτά μέτρα μπορεί να διαταχθούν και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του προσβάλλοντος τρίτου, ιδίως όταν τυχόν καθυστέρηση θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στον δικαιούχο του σήματος (άρθρο 153 § 4 του Ν. 4072/2012).

Αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων είναι το μονομελές πρωτοδικείο τόσο της περιφέρειας, στην οποία ευρίσκονται τα προϊόντα ή παρέχονται οι υπηρεσίες, όσο και της περιφέρειας που εδρεύει η επιχείρηση, της οποίας τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες φέρουν το προσβαλλόμενο σήμα (άρθρο 153 § 7 του Ν. 4072/2012).

Επικουρική Προστασία Σήματος με Βάση τον Ν. 146/1914
Αν εμπορικό σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησής του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του ν.δ. 146/1914 (ΕφΑθ 8142/2004, ΔΕΕ 2005,296, ΕφΑθ 454/1990, ΕφΑθ 5321/1989 ΕΕμπΔ 1991,537).

Κατά το άρθρο 1 του Ν 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» θεσπίζεται γενική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΠ 241/1991 ΕλλΔνη 34,560, ΕΑ 454/1990 ΕλλΔνη 32,198, Ν. Ρόκας, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, σελ. 148). Περαιτέρω, το άρθρο 13 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι όποιος στις συναλλαγές κάνει χρήση διακριτικού γνωρίσματος με τρόπο που δύναται να προκαλέσει σύγχυση σε σχέση με προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, δύναται να υποχρεωθεί από τον δικαιούχο του προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος σε παράλειψη της χρήσης. Υποχρεούται δε και σε ανόρθωση της επελθούσας ζημίας, εάν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι δια της καταχρήσεως αυτής μπορούσε να προκληθεί σύγχυση.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 146/1914 πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις : (1) η πράξη να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού, (2) η πράξη να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΑΠ Ολ 2/2008, ΑΠ 1131/1995) και 2) για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 1780/1999).

Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Η έννοια του κινδύνου σύγχυσης είναι ενιαία είτε αφορά τον Ν. 4072/2012, είτε το άρθρο 13 του Ν. 146/1914 (Μ.Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, Έκδοση 2007, αριθμ. 379 επ., σελ. 177 ως προς τον Ν 2239/1994).

Προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση της προστασίας. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (ΑΠ 241/1991). Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσεως του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 711/1988) ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή.

Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 § 18 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο, αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 241/1991). Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται και επί πλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα.

Η αγωγή άρσης της προσβολής και παράλειψης αυτής στο μέλλον με βάση το ν.δ. 146/1914, ακόμη και αν σωρεύεται με αίτημα αποζημίωσης, υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως έχουσα αντικείμενο ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης (Βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τομ. ΑΧ άρθρο 18, σελ. 204).

Ποινική Προστασία
Διώκεται κατ’ έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων ευρώ : (α) όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί σήμα κατά παράβαση του άρθρου 125 § 3 περ. α΄ ή β΄, (β) όποιος χρησιμοποιεί σήμα φήμης, κατά παράβαση του άρθρου 125 § 3 περ. γ΄ με πρόθεση να εκμεταλλευτεί ή να βλάψει τη φήμη του, (γ) όποιος εν γνώσει θέτει σε κυκλοφορία, κατέχει, εισάγει ή εξάγει προϊόντα που φέρουν αλλότριο σήμα ή προσφέρει υπηρεσίες με αλλότριο σήμα και (δ) όποιος εν γνώσει τελεί μία από τις πράξεις του άρθρου 125 § 4 περ. α΄, β΄ και γ΄ (άρθρο 156 § 1 του Ν. 4072/2012).

Αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που απειλήθηκε από τις παραπάνω πράξεις είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντρέχει εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα ή ο υπόχρεος τελεί τις πράξεις αυτές κατ’ επάγγελμα, τότε συντρέχει επιβαρυντική περίσταση, με βάση την οποία επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 6.000 έως 30.000 ευρώ. Η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση εφαρμόζεται μόνον επί προσβολής σήματος με ίδιο διακριτικό γνώρισμα και ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων. Η απόπειρα τέλεσης των ως άνω πράξεων τιμωρείται με μειωμένη την ποινή των ανωτέρω παραγράφων (άρθρο 156 § 2 και 4 του Ν. 4072/2012).

Για την πλήρωση του ποινικού αδικήματος της προσβολής σήματος πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις : (α) χρήση σημείου πανομοιότυπου με καταχωρισθέν σήμα, (β) χρήση χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του καταχωρισθέντος σήματος, (γ) χρήση στις συναλλαγές, ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 25ης Ιανουαρίου 2007, C-48/05, Adam Opel, ΕΕμπΔ 2007, 150, σκέψεις 18, 50, της 12ης Νοεμβρίου 2002, C-206/01, Arsenal, ΧρΙΔ 2002, 1016, σκέψη 40), (δ) χρήση «για προϊόντα ή υπηρεσίες», πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα (βλ. Google σκέψη 60, Adam Opel σκέψη 28, Arsenal σκέψη 41), ε) χρήση που ενδέχεται να προσβάλει τις λειτουργίες του σήματος, ήτοι όχι μόνο την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στους καταναλωτές την προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, αλλά και τις λοιπές λειτουργίες του, όπως, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία που συνίσταται στην εγγύηση της ποιότητας του προϊόντος ή της υπηρεσίας αυτής, ή τις λειτουργίες του σήματος ως διαύλου επικοινωνίας, ως επενδυτικού στοιχείου ή ως μέσου διαφημίσεως (βλ. απόφαση ΔΕΕ – πρώην ΔΕΚ – της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, C-323/09, Interflora, ΕΕμπΔ 2012, 195, σκέψεις 38-40, της 25ης Μαρτίου 2010, C-278/08, BergSpechte, σκέψεις 29-31, Google σκέψεις 75-77, ΔΕΚ της 18ης Ιουνίου 2009, C-487/07, L’Oreal, ΧρΙΔ 2010, 355, σκέψη 58, Adam Opel σκέψη 21, Arsenal σκέψη 51), και (στ) η προαναφερόμενη χρήση να λαμβάνει χώρα εν γνώσει του δράστη, ήτοι απαιτείται η συνδρομή άμεσου δόλου. Σημειωτέον ότι, προσβολή της ουσιώδους λειτουργίας συντρέχει όταν το σημείο χρησιμοποιείται από τρίτον για τα προϊόντα του ή για τις υπηρεσίες του κατά τρόπο, ώστε να υπάρχει η πιθανότητα να το ερμηνεύσουν οι καταναλωτές ως προσδιοριστικό της επιχειρήσεως από την οποία προέρχονται τα εν λόγω προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-17/06, Celine, σκέψη 27).

Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεων των άρθρων 125 § 3 περ. β΄ και 156 περ. α΄ Ν 4072/2012 συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση εφαρμογής τους –πέραν των όσων αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη υπό στοιχεία β΄, γ΄ και στ΄ (κοινές προϋποθέσεις)– είναι η ταυτότητα ή ομοιότητα του σημείου που χρησιμοποιεί ο δράστης με το καταχωρημένο σήμα και η ταυτότητα ή ομοιότητα των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα. Ειδική –αναγκαία– προϋπόθεση είναι ο κίνδυνος σύγχυσης, ήτοι να πιστεύσει το συναλλασσόμενο κοινό ότι τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις (βλ. ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, αποφάσεις ΔΕΚ της 10ης Απριλίου 2008, C-102/07, Αdidas II, ΧρΙΔ 2008, 942, σκέψη 28, της 22ας Ιουνίου 2000, C-425/98, Marca Mode, ΕλλΔνη 42, 1462, σκέψεις 34-35, της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-120/04, Medion, ΧρΙΔ 2006, 739 σκέψεις 24-26). Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση η προστασία δεν είναι απόλυτη, όπως στην περίπτωση της διπλής ταυτότητας σημείων και προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. την αμέσως προηγούμενη σκέψη, επίσης Interflora σκέψεις 36-37), αλλά σχετική, αναφερόμενη μόνο στη βασική λειτουργία του σήματος.

Η προσβολή σήματος δύναται περαιτέρω να συνιστά το ποινικό αδίκημα της πλαστογραφίας. Συγκεκριμένα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων ) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάv το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ (216 § 1 ΠΚ).

Για τη στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ ΠΚ από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου), ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (βλ. ΑΠ Ολ 3/2008 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 404, ΣυμβΑΠ 1712/2011, ΑΠ 1055/2011, ΣυμβΑΠ 12/2011 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Ως έγγραφο νοείται και το ένδυμα στο οποίο έχουν αποτυπωθεί ή ενσωματωθεί διακριτικά σημεία που έχουν τεθεί με σκοπό να αποδείξουν ένα τέτοιο γεγονός (13 στ. γ΄ ΠΚ). Με αυτή την έννοια έγγραφο αποτελούν και οι ετικέτες που επικολλώνται ή τοποθετούνται σε προϊόντα και προσδιορίζουν την προέλευσή τους από ορισμένη επιχείρηση ως πιστοποιητικά γνησιότητας, όπως είναι αυτά που συρράπτονται πάνω σε ενδύματα ή υποδήματα μιας επιχειρήσεως που τα παράγει αποκλειστικά, καθώς και τα σήματα που τοποθετούνται σε αυτά, ώστε μαζί με το προϊόν να συνθέτουν ένα ενιαίο ή συνολικό έγγραφο, που προέρχεται από συγκεκριμένο κατασκευαστή (βλ. ΣυμβΑΠ 1303/2003 ΕλλΔνη 2003, 1479, ΑΠ 1427/2002 ΠΛογ 2002, 1488, ΑΠ 446/1999 Υπερ 1999, 1171).

Έτσι, οποιοσδήποτε κατασκευάζει χωρίς την άδεια του δικαιούχου σήματα και επικολλά αυτά σε όμοια προϊόντα, που προσφέρονται στο κοινό ως προερχόμενα από την επιχείρηση που τα παράγει αποκλειστικά κατά παραπλάνηση των καταναλωτών ότι αγοράζουν γνήσια προϊόντα της επιχειρήσεως που τα παράγει (ενώ δεν αγοράζουν τέτοια προϊόντα) διαπράττει το έγκλημα της πλαστογραφίας, ενώ εκείνος που εκθέτει τα εμπορεύματα αυτά στις προθήκες του καταστήματός του προς πώληση εν γνώσει του ότι προσβάλλουν καταχωρισθέν σήμα τρίτου διαπράττει το έγκλημα της χρήσεως πλαστού (βλ. ΣυμβΑΠ 1303/2003 ό.π., ΑΠ 1427/2002 ό.π., ΑΠ 446/1999 ό.π.). Η συρροή της πλαστογραφίας με τα ποινικά αδικήματα της προσβολής σημάτων είναι αληθινή, διότι κάθε ένα από τα προαναφερόμενα αδικήματα προστατεύει διαφορετικά έννομα αγαθά, και συγκεκριμένα η μεν πλαστογραφία την προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών (βλ. μεταξύ πολλών ΑΠ 131/2013 «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ») και όχι την προστασία κάποιου περιουσιακού δικαιώματος (βλ. ΑΠ Ολ 3/2008 ΠοινΧρ 2008, 404), το δε άρθρο 156 του Ν 4072/2012 καταρχήν το συγκεκριμένο αυτοτελές άυλο περιουσιακό αγαθό του σηματούχου (βλ. ΣυμβΑΠ 725/2000 ΠοινΧρ 2001, 59, ΑΠ 1274/1996 ΠοινΧρ 1997, 1409), αλλά και τον ανόθευτο ανταγωνισμό (βλ. Celine σκέψη 27, Interflora σκέψη 57, Arsenal σκέψη 47).

Πάντως, τέτοια συρροή δεν είναι νοητή όταν η χρήση καταχωρισθέντος σήματος τρίτου δεν προσβάλλει την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, αλλά έτερη λειτουργία. Τούτο δε, διότι αν δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης δεν υπάρχει και παραπλάνηση του καταναλωτή ως προς την προέλευση των προϊόντων, οπότε καλείται σε εφαρμογή μόνο η ειδική ποινική νομοθεσία περί της προστασίας του καταχωρισθέντος σήματος, αφού δεν πληρούται παράλληλα η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 216 ΠΚ. Η περίπτωση αυτή ανακύπτει στην πράξη, όταν ο καταναλωτής αγοράζει προϊόντα, διότι έλκεται από τη φήμη των σημάτων που φέρουν, αν και γνωρίζει ότι λόγω της χαμηλής τιμής τους, της εμφανώς κακής ποιότητάς τους, του διαφορετικού σχεδιασμού τους και του σημείου όπου διατίθενται προς πώληση (π.χ. πεζοδρόμιο, καταστήματα σε υποβαθμισμένες οικονομικά περιοχές) δεν προέρχονται από τον σηματούχο ή από συνδεόμενη με αυτόν οικονομικώς επιχείρηση. Αντίθετα, οι προαναφερόμενες διατάξεις συρρέουν, όταν π.χ. ο μέσος καταναλωτής αγοράζει προϊόντα έχοντας παραπλανηθεί από την εξαιρετική πιστότητα αντιγραφής και τη διάθεση των μη γνήσιων προϊόντων σε τιμές αντίστοιχες ή παραπλήσιες των γνησίων (βλ. τα πραγματικά περιστατικά σε ΣυμβΠλημΙωαν 294/2011 ΝΟΜΟΣ) ή όταν αγοράζει προϊόντα από πωλητή, ο οποίος στις προθήκες και στο κατάστημά του θέτει μεταξύ μεγάλου αριθμού γνησίων προϊόντων και ορισμένα μη γνήσια προϊόντα (βλ. τα πραγματικά περιστατικά στην ΑΠ 446/1999, ό.π.) (ΣυμβΠλημΑθ 1089/2014).

Νομική Συμβουλή : Σε περίπτωση προσβολής σήματος ο δικαιούχος έχει στη διάθεσή του πλείστα μέσα δικαστικής προστασίας για την άρση και μη επανάληψη της προσβολής, την αποζημίωση και την ποινική δίωξη του προσβάλλοντος τρίτου.

Περισσότερα
Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2009 για το Κοινοτικό Σήμα.
Ν. 4072/2012, 3ο Μέρος, Σήματα (ΦΕΚ 86/Α/11-04-2012).
Ν.Δ. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού.

Antonios Broumas
E-mail info@lawandtech.eu

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *