Εμπορικές Συμβάσεις

Η σύμβαση δικαιόχρησης ή δικαιοχρησίας (franchising), όπως και άλλες συμβάσεις της σύγχρονης οικονομικής ζωής, όπως οι συμβάσεις leasing, forfaiting, factoring, merchandising, management κλπ., αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και νομικό δάνειο από το Αγγλοσαξωνικό δίκαιο (common law).

Από οικονομική άποψη η σύμβαση δικαιόχρησης είναι μέθοδος εμπορικής συνεργασίας μεταξύ μιας μεγάλης επιχείρησης, του δικαιοπαρόχου ή δότη (franchisor), και διάφορων μικρότερων επιχειρηματιών, των δικαιοδόχων ή ληπτών (franchisee), με την οποία επιδιώκουν, η μεν πρώτη τη δημιουργία όσο το δυνατόν πιο μεγάλου αριθμού σημείων πώλησης των προϊόντων ή υπηρεσιών της, οι δε δεύτεροι την αποκόμιση κερδών από την εμπορική φήμη, την οργάνωση και την τεχνογνωσία εκείνης (ΕφΑθ 5819/2013). Με τη σύμβαση δικαιόχρησης ο δικαιοδόχος της δικαιόχρησης εντάσσεται σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης (ΜΠΑ 1293/2014).

Η συμβατική σχέση μεταξύ του δικαιοπαρόχου και του δικαιοδόχου της δικαιόχρησης είναι συχνά αρκετά πολύπλοκη, περιλαμβάνοντας από άδειες χρήσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και παροχή προϊόντων / υπηρεσιών προς μεταπώληση μέχρι μίσθωση ή πώληση παγίων και παροχή πρόσθετων βοηθητικών υπηρεσιών. Το σύνολο όλων των σχετικών συμβάσεων αποτελεί το συμβατικό πλαίσιο του «πακέτου» δικαιόχρησης και συνίσταται αφενός στην κύρια σύμβαση δικαιόχρησης και αφετέρου στις εκτελεστικές αυτής συμβάσεις καθώς και σε  περαιτέρω συμπληρωματικές / συνοδευτικές συμβάσεις.

Ορισμοί
Ένα «πακέτο δικαιόχρησης» είναι ένα σύνολο δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, που απαρτίζεται από εμπορικά σήματα, διακριτικούς τίτλους, διακριτικά γνωρίσματα, σχέδια, υποδείγματα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τεχνογνωσία για την χρήση και διανομή προϊόντων / υπηρεσιών (ΕφΘεσ 2051/2010, ΕπισκΕμπΔ 2010/1181). Εκτός από τις άδειες εκμετάλλευσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, ο δικαιοπάροχος (δότης) παρέχει συνήθως στο δικαιοδόχο (λήπτη) καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας εμπορική ή τεχνική συνδρομή, όπως υπηρεσίες εφοδιασμού, επιμόρφωση, συμβουλές σχετικά με τα ακίνητα, χρηματοοικονομικό προγραμματισμό κλπ. Η άδεια εκμετάλλευσης και η παροχή συνδρομής είναι συστατικά στοιχεία της επιχειρηματικής μεθόδου, η οποία αποτελεί αντικείμενο της δικαιόχρησης (franchising) και μεταβιβάζεται στο δικαιοδόχο (Κανονισμός 2790/1999).

Συμφωνία δικαιόχρησης είναι μία σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, βάσει της οποίας η μια επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότης – franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια – franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγόμενου «συνόλου» ή «πακέτου» δικαιοχρήσεως, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.

Νομική Φύση της Σύμβασης Δικαιόχρησης
Η σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) δεν ρυθμίζεται ειδικά στην Ελληνική νομοθεσία. Αποτελεί σύμβαση – πλαίσιο, μεικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ). Περιέχει στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ), χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο είδος (μίσθωση έργου, πώληση). Η φύση της σύμβασης δικαιόχρησης ως μίσθωσης με την έννοια της ΑΚ 638 εκφράζεται στην υποχρέωση του δικαιοπαρόχου να παραχωρεί στον δικαιοδόχο τη χρήση και εκμετάλλευση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας και τεχνογνωσίας. Η υποχρέωση εξάλλου του δικαιοπαρόχου για συνεχή υποστήριξη του δικαιοδόχου, κυρίως με τη μορφή παροχής συμβουλευτικού έργου, προσδίδει στο franchising το χαρακτήρα σύμβασης παροχής υπηρεσιών. Το δικαίωμα τέλος του δικαιοπαρόχου για παροχή οδηγιών και άσκηση εποπτείας αποτελεί στοιχείο της κατά ΑΚ 713 εντολής. Εν τούτοις, η προώθηση των πωλήσεων, την οποία υπόσχεται ο δικαιοδόχος συνήθως στη σύμβαση του franchising με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής του εργασίας, δεν αποτελεί διεξαγωγή υπόθεσης του δικαιοπαρόχου με την έννοια της ΑΚ 713, αλλά είναι υπόθεση του δικαιοδόχου, με την έννοια ότι αυτός φέρει τον κίνδυνο της ευόδωσης ή μη των προσπαθειών του (Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σελ. 254). Έτσι, γίνεται αποδεκτό από την νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της σύμβασης δικαιόχρησης, ο οποίος προέχει στην όλη συμβατική σχέση. Οι κανόνες που διέπουν το τμήμα αυτό της συμβάσεως εφαρμόζονται πρωτευόντως στη συμβατική σχέση, οι δε κανόνες που διέπουν τα υπόλοιπα τμήματα δεν αγνοούνται, αλλά εφαρμόζονται συμπληρωματικώς.

Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως σύμβασης πώλησης του αναγκαίου εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος πώλησης, προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων, πρώτων υλών κ.λπ. Τόσο η αναγκαιότητα κατάρτισης όσο και το ειδικότερο περιεχόμενο των πιο πάνω εκτελεστικών συμβάσεων μπορούν να καθορισθούν μόνο με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες που προκύπτουν στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των μερών (βλ. Δπ. Γεωργιάδη, Νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας, έκδ. 1998, σελ. 187 επ., 198 επ., Λιακόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2000, σελ. 541- 542, ΔΕΚ, Υπόθεση Pronuptia, Συλλογή 1986, σελ. 353 επ., 381, Κανονισμός Επιτροπής ΕΟΚ αριθμ. 4087/1988 της 30.11.1988 «για την εφαρμογή του άρθρου 85 παρ. 3 ΣΕΚ σε κατηγορίες συμφωνιών franchise», EE 28.12.1980 L 359/46 επ., ΕφΑΘ 302/2006 ΔΕΕ 2006, 513, ΕφΘεσ 1043/1998 ΔΕΕ 1998,491 όπου και εφαρμογή του Κανονισμού 4087/1988).

Από τις εκτελεστικές συμβάσεις πρέπει να διακρίνονται οι λεγόμενες «συμπληρωματικές» ή «συνοδευτικές» συμβάσεις, το περιεχόμενο των οποίων αποτελούν συνήθως συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης μηχανημάτων, παραχώρησης χρήσης επαγγελματικών ακινήτων, χρηματοδότησης κ.λπ. Οι συμβάσεις αυτές βρίσκονται σε στενό νομικό και οικονομικό δεσμό με την «κύρια σύμβαση franchising», συναποτελώντας με αυτήν νομικά ενιαία σύμβαση, το ισχυρό των επιμέρους τμημάτων της οποίας θα κριθεί κατά την ΑΚ 181 (ΕφΑθ 5819/2013, βλ. και Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σελ. 220-221).

Η σύναψη σύμβασης δικαιόχρησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος αποτελούν νομικά και οικονομικά ανεξάρτητες επιχειρήσεις αποκλειστικά υπεύθυνες η κάθε μία για τη λειτουργία της, αναλαμβάνοντας και το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο αλλά και την αποκλειστική ευθύνη απέναντι στους τρίτους που συναλλάσσονται μαζί της. Εντούτοις, ο μέσος καταναλωτής που συναλλάσσεται με ένα οποιοδήποτε κατάστημα ενός δικτύου δικαιόχρησης έχει τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι συναλλάσσεται με τον δικαιοπάροχο. Σύμφωνα λοιπόν με την θεωρία της «φαινόμενης αντιπροσώπευσης ή πληρεξουσιότητας», ακόμη και αν ο δικαιοπάροχος δεν έδωσε ρητή πληρεξουσιότητα, αλλά ακόμη ούτε γνώριζε ούτε ανέχθηκε τη συμπεριφορά του δικαιοδόχου, αν όμως επεδείκνυε την οφειλόμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, ευθύνεται απέναντι στον συναλλαχθέντα καταναλωτή με τον «αντιπρόσωπό» του δικαιοδόχο, καθόσον αυτός δικαιολογημένα με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών πίστεψε ότι στον εμφανιζόμενο ως αντιπρόσωπο είχε δοθεί πληρεξουσιότητα. Εντούτοις, για να στηριχθεί η ύπαρξη πληρεξουσιότητας θα πρέπει η συμπεριφορά του αντιπροσώπου να έχει διάρκεια ή να επαναλαμβάνεται. Σε αυτή την περίπτωση η προστασία του καταναλωτή και η αντίστοιχη ευθύνη του δικαιοπαρόχου απέναντί του θεμελιώνονται στις διατάξεις για την αντιπροσώπευση και πληρεξουσιότητα του ΑΚ (221 επ., 426 επ. ΑΚ) και επικουρικά στο άρθρο 281 ΑΚ.

Δικαιόχρηση & Εμπορική Αντιπροσωπεία / Διανομή
Στην Ελληνική νομοθεσία η εμπορική αντιπροσωπεία ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ». Έτσι, κατά το άρθρο 1 § 2 του παραπάνω διατάγματος σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η διαρκής, αμφοτεροβαρής ενοχή, με την οποία μία ανεξάρτητη επιχείρηση (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που καλείται εμπορικός αντιπρόσωπος αναλαμβάνει έναντι αμοιβής τη με σταθερό και διαρκή τρόπο επιμέλεια των υποθέσεων μίας άλλης επιχείρησης (φυσικού ή νομικού προσώπου) που καλείται κύριος της υπόθεσης ή αντιπροσωπευόμενος. Βασική διαφορά μεταξύ της σύμβασης δικαιόχρησης και της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας είναι το γεγονός ότι στις συναλλαγές ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί είτε ως πληρεξούσιος του αντιπροσωπευόμενου, συνάπτοντας εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του δεύτερου, είτε ως ανεξάρτητος διαμεσολαβητής διαπραγματευόμενος για λογαριασμό του εντολέα του την πώληση ή την αγορά προϊόντων / υπηρεσιών. Αντίθετα, ο δικαιοδόχος συναλλάσσεται με τρίτους πάντα στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο.

Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά για μία ορισμένη περιοχή στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στην συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Βασική διαφορά μεταξύ της σύμβασης δικαιόχρησης και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής είναι το γεγονός ότι στη δεύτερη ο αποκλειστικός διανομέας έχει πιο «χαλαρή» σχέση με τον αποκλειστικό του προμηθευτή, αφού δεν λαμβάνει πολλές από τις συνήθεις υπηρεσίες, που προβλέπονται στα πακέτα δικαιόχρησης, όπως λόγου χάρη άδειες χρήσης τεχνογνωσίας και άλλων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ή υπηρεσίες εκπαίδευσης και παροχής εξοπλισμού, ενώ κατά κανόνα δεν καταβάλλει χρηματικά ποσά για το δικαίωμα εισόδου στο σύστημα διανομής και ποσά για διαρκή δικαιώματα.

Περιεχόμενο & Χαρακτηριστικά της Σύμβασης Δικαιόχρησης
Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στον λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του «πακέτου» (δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τεχνογνωσίας κ.λπ.), του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαισίου, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσης του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του (βλ. Δ. Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 201-205, ΕφΑΘ 302/2006 ό.π., ΕφΑΘ 5916/2006 ό.π.).

Από την άλλη πλευρά, στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεση του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωση του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως τον σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεση τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη, ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα (βλ. Δ. Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 201-205, ΕφΑΘ 302/2006 ό.π., ΕφΑΘ 5916/2006 ό.π.).

Κατά κανόνα, οι συμβάσεις δικαιόχρησης προβλέπουν την πληρωμής από τον δικαιοδόχο προς τον δικαιοπάροχο ενός ποσού, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα εισόδου (entry fee) στο πακέτο δικαιόχρησης. Περαιτέρω, την περιοδική πληρωμή ποσών καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβατικής σχέσης, με τη μορφή συνήθως ποσοστών επί του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του δικαιοδόχου μετά την αφαίρεση των σχετικών φόρων. Τα ποσά αυτά ορίζονται ως διαρκή δικαιώματα (royalties, continuing fees) και ο συνηθέστερος τρόπος υπολογισμού τους είναι υπό τη μορφή συγκεκριμένου ποσοστού επί του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του λήπτη καταβαλλόμενο σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση.

Καταγγελία της Σύμβασης Δικαιόχρησης
Η ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης franchising ως διαρκούς ενοχής οδηγεί κατά κανόνα στη θεμελίωση δικαιώματος καταγγελίας υπέρ του ενός εκ των συμβαλλομένων. Δεν αποκλείεται όμως από την ανώμαλη εξέλιξη της συνεργασίας να γεννιέται και ζήτημα εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη, όταν υπάρχει αθέτηση κύριας μεν συμβατικής υποχρέωσης, χωρίς όμως να ανατρέπεται η ενοχική σχέση ως σύνολο. Στην περίπτωση της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής δυνατή είναι η εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 382 επ. ΑΚ, όπου όμως ο δανειστής μπορεί να ασκήσει κατά κανόνα μόνον το δικαίωμα αποζημίωσης και όχι το δικαίωμα υπαναχώρησης, το οποίο δεν είναι δυνατό να ασκηθεί στις διαρκείς συμβάσεις, έστω και εάν η άσκηση του αναφέρεται σε μία μεμονωμένη παροχή, καθώς θα είχε ως αποτέλεσμα την υπαναχώρηση από την όλη σύμβαση, δεδομένου ότι η μεμονωμένη παροχή που δεν εκπληρώνεται αποτελεί ταυτόχρονα και προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της όλης ενοχικής σχέσης. Με βάση τα παραπάνω, η υπαναχώρηση από την όλη σύμβαση είναι δυνατή μόνον με καταγγελία (Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σελ. 255 επ.).

Περαιτέρω, η σύμβαση franchising ορισμένου ή αορίστου χρόνου μπορεί να λυθεί με έκτακτη καταγγελία, δηλαδή καταγγελία ένεκα σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί τη λύση της συνεργασίας (Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σελ. 264 επ.). Γενικότερα, από το πνεύμα των διατάξεων (αναλογία δικαίου) των άρθρων 288, 672, 725 παρ. 1 εδ. β΄, 766 και 797 ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η άμεση λύση κάθε διαρκούς σύμβασης και δη μείζονος διαρκείας, στηριζόμενης κατά την εκτέλεσή της στην καλή συνεργασία και την αμοιβαία εμπιστοσύνη, είτε αυτή είναι ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν το δικαίωμα αυτό δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο ή τη σύμβαση, όταν υφίσταται σπουδαίος λόγος, ήτοι όταν η συνέχιση της σύμβασης έως τον καθορισμένο χρόνο λήξης ή την τυχόν προβλεπόμενη προθεσμία τακτικής καταγγελίας έχει καταστεί για έναν ή και τους δύο συμβαλλομένους μη ανεκτή (βλ. ΑΠ 758/2010, ΑΠ 168/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Ζούρλας σε ΕρμΑΚ εισαγ. άρθρα 361-373 αρ. 56, Καποδίστριας σε ΕρμΑΚ εισαγ. άρθρα 416-454 αρ. 42, Καρακατσάνης σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Εισαγ. παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454 αρ. 22).

Περαιτέρω, κρίσιμη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου, πέραν των αρχών της καλής πίστης (ΑΚ 288) και της αναλογικότητας ως σχετικές κατευθύνσεις εξειδίκευσης, αποβαίνει η στάθμιση των σχετικών συμφερόντων του καταγγείλαντος και του λήπτη της καταγγελίας. Κεντρικό αντικείμενο της στάθμισης αυτής είναι ο προσδιορισμός του μεγέθους του πλήγματος που έχει υποστεί ο συμβατικός δεσμός από το περιστατικό που προβάλλεται ως λόγος καταγγελίας, δηλαδή κατά πόσον οι επιπτώσεις που εμφανίζει το γεγονός αυτό στη λειτουργία της σύμβασης ή/και την έννομη σφαίρα του καταγγέλλοντας, είναι τόσο σημαντικές, ώστε, λαμβανομένου υπ’ όψη του βάρους που προσλαμβάνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το άξιο προστασίας συμφέρον του λήπτη της καταγγελίας να παραμείνει στη σύμβαση, να κρίνεται ότι η αξίωση πρόωρης λύσης της σύμβασης πρέπει να υπερισχύσει [Π. Ευστρατίου, Ο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία διαρκών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, (2010), σελ. 183]. Σε κάθε περίπτωση, τα περιστατικά που συνιστούν το σπουδαίο λόγο δεν απαιτείται απαραίτητα να οφείλονται σε υπαιτιότητα του αντισυμβαλλομένου του καταγγέλλοντας (λήπτη της καταγγελίας), αλλά πρέπει κατά κανόνα να ανάγονται αποκλειστικώς ή κυρίως στο πρόσωπο του ή να προέρχονται από τη σφαίρα κινδύνων του.

Έτσι, εάν ο λόγος της καταγγελίας ανήκει στη σφαίρα κινδύνου του καταγγέλλοντος, με βάση την αρχή της καλής πίστης, αυτός θα υποχρεούται κατά κανόνα να παραμείνει στη σύμβαση, ακόμη και εάν η συνέχισή της έχει γίνει επαχθής γι’ αυτόν (ΑΠ 340/1993 ΕλλΔνη 1994,398, Κορνηλάκης, ό.π., σελ. 227-228, Ευστρατίου, ό.π., σελ. 229). Συνακόλουθα η πρόκληση από τον καταγγέλλοντα δυσμενών καταστάσεων και εντάσεων μεταξύ των συμβαλλομένων, που κλονίζουν τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, με αφορμή περιστατικά που εντάσσονται αποκλειστικά στη δική του σφαίρα δράσης και ευθύνης, θα καθιστά δύσκολη την κατάφαση ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας διαρκούς σύμβασης. Ειδικότερα, στη σύμβαση franchising υπαγωγής που χαρακτηρίζεται έντονα από το προσωπικό στοιχείο, σπουδαίο λόγο συνιστά κατ’ εξοχήν η σοβαρή διατάραξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Ο σπουδαίος λόγος δεν είναι απαραίτητο να οφείλεται σε υπαιτιότητα ενός από τα μέρη αλλά μπορεί να έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Στην σύμβαση franchising είναι δυνατό να απαριθμείται μία σειρά «σπουδαίων λόγων», η συνδρομή των οποίων παρέχει τη δυνατότητα έκτακτης καταγγελίας στο δότη ή το λήπτη. Η απαρίθμηση αυτή δεν μπορεί να είναι εξαντλητική, λόγω της αναγκαστικής φύσης του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Διαφορετικά θα σήμαινε περιορισμό του σχετικού δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί οδηγούν κατά την αντίληψη των μερών, σε αδυναμία συνέχισης της συμβατικής σχέσης. Η απαρίθμηση αυτή έχει βέβαια σημασία για την ερμηνεία της βούλησης των μερών και τη συνολική εκτίμηση που θα γίνει. Ωστόσο, η απλή συνδρομή ενός τέτοιου λόγου δεν σημαίνει αυτόματα και αδυναμία συνέχισης της συμβατικής σχέσης. Η αδυναμία θα πρέπει να υπάρχει de facto, πράγμα που εν ανάγκη διαπιστώνεται δικαστικά. Το ίδιο περιστατικό μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να δικαιολογεί καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σε άλλες όμως να μην επαρκεί για τη θεμελίωσή του ή να καθιστά τη γενόμενη καταγγελία καταχρηστική (Σουφλερός, Οι συμβάσεις franchising, (1989), σελ. 162 έπ.).

Περαιτέρω, προκειμένης συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Ως εκ τούτου η σύμβαση παραμένει ισχύουσα, εκείνος δε ο οποίος κατήγγειλε αυτή ατάκτως (χωρίς σπουδαίο λόγο) θεωρείται, αφ’ ης κατήγγειλε τη σύμβαση, υπερήμερος δανειστής ως προς την προσφερόμενη σ’ αυτόν παροχή του αντισυμβαλλόμενου μέρους και υπερήμερος οφειλέτης ως προς τη δική του παροχή (ΕφΘεσ 2051/2010 ΕπισκΕΔ 2010,1181, ΕφΑθ 2817/2007 ΔΕΕ 2007,972, Καποδίστριας, ΕρμΑΚ εισαγ. άρθρα 416-454 αρ. 49, Καρακατσάνης σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Εισαγ. παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454 αρ. 24, Απ. Γεωγιάδης, ό.π., αρ. 151 επ., Μπαλής, Θ ΝΗ,509, Γεωργακόπουλος, Το δίκαιο των διαρκών ενοχών (1979) σελ. 184, Απ. Γεωργιάδης, Η ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης franchising ΕπισκΕΔ 1996,247 επ., 258, Σταθόπουλος, Η ακυρότητα ως συνέπεια της κατάχρησης δικαιώματος, Χαριστήρια στον Ι. Δεληγιάννη, τομ. Β΄, (1991), σελ. 603 επ.]. Αποκαταστατέες στην περίπτωση αυτή δεν είναι οι ζημίες από τη λύση της εταιρίας, αλλά οι ζημίες από τη μη εκπλήρωση της ενοχής. Ωστόσο, και επειδή η αποτροπή της λύσης της ενοχής καταλήγει σε εκπλήρωση, κατ’ ουσίαν η αποκαταστατέα ζημία είναι σε αμφότερες τις περιπτώσεις η ίδια. Συνίσταται δε, στην απώλεια των κερδών του προς ον η άκυρη καταγγελία, τα οποία θα πραγματοποιούνταν εάν η σύμβαση λειτουργούσε μέχρι τη νόμιμη λύση της, ήτοι τη λύση της άνευ καταγγελίας. Ωστόσο, η επελθούσα ζημία είναι μόνον η απομένουσα μετά την αφαίρεση των πραγματοποιηθεισών ωφελειών, καθώς και των κατ’ αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη παραλειφθεισών ωφελειών εκ μέρους του δικαιούχου της αποζημίωσης (ΑΚ 288, πρβλ. ΑΚ 300, 381 παρ. 2, 700, βλ. για το σχετικό ζήτημα Γεωργακόπουλο, ό.π., σελ. 183, 184). Ωσαύτως, όταν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε μία διαρκής σύμβαση προκλήθηκε υπαιτίως από τον αντισυμβαλλόμενο, θεμελιώνεται υπέρ του καταγγείλαντος αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης και αποκατάστασης των εκ της λύσης της ενοχής ζημιών, κατά του προκαλούντος υπαιτίως την καταγγελία (Γεωργακόπουλος, ό.π., σελ. 177 επ.).

Δικαιόχρηση και Ελεύθερος Ανταγωνισμός
Οι συμφωνίες δικαιόχρησης χαρακτηρίζονται ως κάθετες συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων και, επομένως, ελέγχονται για την νομιμότητά τους με βάση το Ευρωπαϊκό δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι κάθετες συμπράξεις είναι συμφωνίες για την πώληση και την αγορά προϊόντων / υπηρεσιών μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής.

Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 101 § 1 της ΣΛΕΕ όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οι εναρμονισμένες πρακτικές, που μπορεί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, κατ’ αρχήν απαγορεύονται. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται συμφωνίες, οι οποίες σωρευτικά (άρθρο 101 § 3 ΣΛΕΕ) :

  1. συμβάλλουν στην βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου,
  2. εξασφαλίζουν συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει,
  3. δεν επιβάλλουν περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών, και
  4. δεν παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων

Η αξιολόγηση των εξαιρούμενων συμφωνιών γίνεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο αξιολογείται κατά πόσον μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων είναι σε θέση να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ χωρών της ΕΕ, έχει αντιανταγωνιστικό αντικείμενο ή πραγματικά ή δυνητικά αντιανταγωνιστικά αποτελέσματα. Με τον γενικό Κανονισμό 330/2010 για την απαλλαγή κατά κατηγορία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξαίρεσε από την απαγόρευση κάθετες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, που δεν κατέχουν πάνω από το 30% της σχετικής αγοράς, εφόσον οι σχετικές συμφωνίες δε προκαλούν περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς, για τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας και για τις συμφωνίες μεταφοράς τεχνογνωσίας περιέχουν πρόσθετες σημαντικές οδηγίες για την αξιολόγηση αυτού του σταδίου σε διάφορα είδη συμφωνιών.

Κατά το δεύτερο στάδιο, που υφίσταται μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι μια συμφωνία περιορίζει τον ανταγωνισμό, εξετάζεται αν από τη συμφωνία προκύπτουν ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα και κατά πόσον αυτά υπερισχύουν έναντι των δυσμενών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων. Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του 101 § 3 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81 § 3) περιέχουν σημαντικές οδηγίες για την αξιολόγηση αυτού του σταδίου σε διάφορα είδη συμφωνιών.

Κατά κανόνα δεν απαγορεύονται συμφωνίες εντός πακέτου δικαιόχρησης οι οποίες (παράγραφοι 43 – 45 και 189 – 191 των Κατευθυντήριων Γραμμών)  :

  • καθορίζουν την ποσότητα του πωλούμενου προϊόντος / υπηρεσίας.
  • καθορίζουν την συνιστώμενη ή την ανώτατη τιμή μεταπώλησης του πωλούμενου προϊόντος / υπηρεσίας.
  • Απαγορεύουν τη δραστηριοποίηση του δικαιοδόχου σε ανταγωνιστική επιχειρηματική δραστηριότητα.
  • Απαγορεύουν στον δικαιοδόχο τη μεταβίβαση σε τρίτους δικαιωμάτων / υποχρεώσεων, που απορρέουν από το πακέτο δικαιόχρησης.
  • Απαγορεύουν την απόκτηση από τον δικαιοδόχο κεφαλαιακών τίτλων ανταγωνιστικής του δικαιοπαρόχου επιχείρησης.
  • Απαγορεύουν τη μεταπώληση σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς.
  • Υποχρεώνουν τον δικαιοδόχο να μην αποκαλύπτει την παρεχόμενη από το δικαιοπάροχο τεχνογνωσία σε τρίτα μέρη.
  • Προβλέπουν ότι ο δικαιοπάροχος δύναται να διορίζει μόνο έναν δικαιοδόχο σε συγκεκριμένη περιοχή.
  • Προβλέπουν ότι ο δικαιοδόχος δύναται να πωλεί προϊόντα / υπηρεσίες μόνο από συγκεκριμένη περιοχή.
  • Προβλέπουν το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου για τη διενέργεια ελέγχου του καταστήματος, των πωλούμενων προϊόντων, των οικονομικών καταστάσεων και των λογιστικών – φορολογικών βιβλίων του δικαιοδόχου, όχι όμως και τρίτων προμηθευτών αυτού.

Αντιθέτως, απαγορεύονται συμφωνίες εντός πακέτου δικαιόχρησης οι οποίες (άρθρο 4 του γενικού Κανονισμού) :

  • Καθορίζουν καταμερισμό της αγοράς ανά έδαφος ή πελάτη, αφού επιτρέπονται μόνο υπό όρους συστήματα αποκλειστικής ή επιλεκτικής διανομής.
  • Απαγορεύουν τη χρήση του διαδικτύου για τη διαφήμιση του δικαιοδόχου.
  • Καθορίζουν την ελάχιστη τιμή μεταπώλησης του πωλούμενου προϊόντος / υπηρεσίας.
  • Απαγορεύουν στον δικαιοδόχο την προμήθεια ανταγωνιστικών προϊόντων / υπηρεσιών, εκτός αν αυτή είναι αναγκαία για τη διατήρηση της εμπορικής ταυτότητας και φήμης του δικτύου δικαιόχρησης.
  • Επιβάλλουν αποκλειστική προμήθεια ενός προϊόντος / υπηρεσίας.
  • Επιβάλλουν ρήτρες μη ανταγωνισμού στον δικαιοδόχο, εκτός αν τέτοιες ρήτρες είναι αναγκαίες για την προστασία της τεχνογνωσίας του δικαιοπαρόχου, περιορίζονται μόνο στα σημεία πώλησης του δικαιοδόχου κατά τη συμβατική περίοδο και διαρκούν μέχρι ένα έτος (ΜΠΑ 1293/2014).

Οι συμφωνίες, που υπάγονται στο άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ, αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101 § 3 ΣΛΕΕ, όπως προβλέπεται από τον Γενικό Κανονισμό και ερμηνεύεται από τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Επιτροπής, δεν απαγορεύονται και είναι έγκυρες και εκτελεστές, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (άρθρο 1 § 1 του Κανονισμού 1/2003). Αντιστρόφως, τυχόν επιμέρους συμφωνίες σε συμβάσεις δικαιόχρησης, οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101 § 3 ΣΛΕΕ, είναι αυτοδικαίως άκυρες και επισύρουν αστική ευθύνη απέναντι στον δικαιοδόχο και διοικητικές κυρώσεις.

Περισσότερα :
Κανονισμός (ΕΚ) υπ’ αρ. 330/2010 για την εφαρμογή του άρθρου 101 § 3 της ΣΛΕΕ σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών.
Ανακοίνωση της Επιτροπής — Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Κανόνες Ανταγωνισμού για Συμφωνίες Προμήθειας και Διανομής.

Antonios Broumas
E-mail info@lawandtech.eu

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *